Στο Β’ Αρχαίο Θέατρο, καρδιά της θεσσαλικής θεατρικής σκηνής, επικρατεί ευλαβική σιωπή. Οι θεατές προσέρχονται με μάσκες και με τις οδηγίες των ανθρώπων του ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας κάθονται στις θέσεις τους. Κάποιοι άλλοι, πιο νέοι, με την ίδια σύνεση οδηγούνται στην πρασιά, τηρώντας τις αποστάσεις. Στο «λογείο» του θεάτρου, ένας κρεμασμένος κούρος, κομμάτι από τα σκηνικά της Ασης Δημητρολοπούλου, περιμένει υπομονετικά. Τι περιμένουν τα αγάλματα; αναρωτήθηκα ξαναδιαβάζοντας τον τίτλο της παράστασης και το πραγματικά προσεγμένο πρόγραμμα που είχα στα χέρια μου.
Η παράσταση «Τα αγάλματα περιμένουν», που σκηνοθετεί η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας, είναι βασισμένη στο κείμενο του έμπειρου θεατρικού συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη και διαπραγματεύεται το ερώτημα «τι θα σώζαμε σήμερα σε περίοδο κινδύνου;». Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι από μας το έχουμε σκεφτεί κάποια στιγμή.
Εμπνευση στάθηκε η επιχείρηση απόκρυψης των αρχαιοτήτων όλων των μουσείων της χώρας το 1940. Οι φωτογραφίες της απόκρυψης έφεραν τα αγάλματα στο συγκινητικό ύψος του ανθρώπου. Ο τρόπος που εργάτες και αγάλματα αναμετρήθηκαν καθημερινά μεταξύ τους «ανέδειξε» τα αγάλματα μέσα στο φως της ανθρώπινης κλίμακας. Αυτή η απόκρυψη έκανε ξανά τα αγάλματα παιδιά των σημερινών ανθρώπων.
Ομως ο συγγραφέας το πήγε πολύ πιο μακριά. Αγγίζοντας και τονίζοντας αθέατες πλευρές της σύγχρονης καθημερινότητάς μας. Ο Φλουράκης δεν έγραψε απλώς μια πικρή κωμωδία επιστημονικής φαντασίας, επιχειρώντας να κάνει έναν διάλογο με τον θεατή, για ένα τέτοιο θέμα, θα έλεγα πως βγάζει αναιδώς τη γλώσσα απέναντι στην κακώς εννοούμενη αρχαιολατρία που μαστίζει τη νεότερη Ελλάδα.
Με καίριες φράσεις από τη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη, λούμπεν, new age και ψηφιακή κουλτούρα, συνομιλεί κυρίως με τα αγάλματα που ανίκανα να αντιδράσουν εργαλειοποιούνται από τους ανθρώπους. Η αρπαγή τους, ο ξεριζωμός τους από τον τόπο όπου σμιλεύτηκαν, από τον τόπο που τους έδωσε ανάσα, είναι η μυθιστορηματική αφετηρία του έργου.
Η σκηνοθέτις Κυριακή Σπανού τόλμησε να κάνει μια παράσταση-πρόταση. Εδωσε με ρυθμό εικόνες ενός σύγχρονου κόσμου σε περίοδο αποσύνθεσης, φθοράς, εικόνες ανθρώπων χαμένων στην άγνοια και την εικονική πραγματικότητα, ανθρώπων που ερμηνεύουν τη ζωή με όρους Netflix. Και ανθρώπων που φορούν τη μάσκα του κορονοϊού. Εξαιρετικό το κομμάτι με τις δύο αλλοδαπές καθαρίστριες του μουσείου. Ισορροπώντας ανάμεσα στη συγκίνηση και το χιούμορ, είναι μια θεατρική πράξη που δεν θα ξεχάσω εύκολα. Οπως και η σκηνή με τους δυο «νεκροθάφτες» του Κούρου. Ξεκαρδιστική και συνάμα διδακτική για τους τρόπους και τα ήθη της εποχής μας.
Ανάμεσα στους καλούς ηθοποιούς -Λαρισαίοι όλοι απ’ ό,τι έμαθα- ξεχώρισα τη Μαρσέλα Λένα και τον Χρήστο Κορδελά. Ταλέντα που νομίζω πως θα μας απασχολήσουν πολύ στο μέλλον. Εξαιρετικός και ο προστάτης των αγαλμάτων Θανάσης Ζέρβας.
Η Αση Δημητρολοπούλου δημιούργησε έναν υψηλής αισθητικής με αφαιρετικό αποτύπωμα -παλιό, σύγχρονο και μελλοντικό- κόσμο που συνομιλεί και συνδιαλέγεται. Σε πλήρη εναρμόνιση με τον φωτισμό του Γιώργου Τέλλου και τα κοστούμια της Ολυμπίας Σιδερίδου. Ευχάριστη έκπληξη ήταν η κίνηση των ηθοποιών, διδαγμένη από την Αναστασία Μπρουζιώτη στη μουσική της «Δεσποινίδος Τρίχρωμης». Τόσο όσο και μακριά από τις κινησιολογικές μανιέρες που έχουν κατακλύσει το ελληνικό θέατρο τα τελευταία χρόνια. Επίσης, ιδιαίτερη αναφορά θα ήθελα να κάνω στην οργάνωση της όλης παραγωγής από τον Νίκο Γεωργάκη. Σε τόσο δύσκολους καιρούς που ζούμε είναι ένα μικρό θαύμα.
Ξαναγυρνώ στους δύο βασικούς συντελεστές του έργου: την Κυριακή Σπανού στη σκηνοθεσία και τον Ανδρέα Φλουράκη που έγραψε το κείμενο. Είναι μια ευτυχής θεατρική συνεργασία για τους θεατές. Η μεταξύ τους παλιά σχέση έχτισε την αισθητική της παράστασης και πρόσφερε σε μας μια υλική κατανόηση του ονειρικού ψυχισμού των αγαλμάτων. Θόλωσαν τη διαχωριστική γραμμή των εποχών και κυρίως θόλωσαν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ θεάτρου και πραγματικότητας. Με λεπτομέρειες που φώτισαν ώς το βάθος την έννοια του πολύτιμου για τον κόσμο μας.
Από την παράσταση φεύγεις με το ερώτημα εντυπωμένο στη μνήμη: «Τι είναι πολυτιμότερο για μένα; Τι θα έκρυβα για να μην καταστραφεί;» Ο πολιτισμός είναι πάντα μια καλή απάντηση. Μάρτυρές του, με όλες τις έννοιες, τα αγάλματα.
«Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμε απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη.
Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
την ατμόσφαιρά σου περνά σφρίγος απ’ την ζωή των˙
και κάποτ’ αιθερία εφηβική μορφή,
αόριστη, με διάβα γρήγορο,
επάνω από τους λόφους σου περνά.»
Κωνσταντίνος Καβάφης «Ιωνικόν»
