Προβληματισμό για την επόμενη μέρα αλλά και έκκληση για να κρατηθεί ζωντανή η μουσική παραγωγή και βέβαια οι φορείς της, οι μουσικοί καταθέτει μιλώντας στις «νησίδες» ο Γιώργος Νταλάρας. Ο κορυφαίος ερμηνευτής, που έχει συνδέσει το όνομά του με τις μεγάλες στιγμές της ελληνικής μουσικής δημιουργίας, υπογραμμίζει την ανάγκη της αλληλεγγύης τη δύσκολη αυτή στιγμή.
«Θ’ αλλάξουν όλα και αυτά που θα ’ρθουν θα είναι δύσκολα, αλλά πρέπει να τα καταφέρουμε. Οι ιδεολογίες θα μας χωρίζουν και αυτό είναι καλό. Τώρα πρέπει να μείνουμε ενωμένοι. Μας ενώνει η αγωνία για τη ζωή και η ελπίδα για την επόμενη μέρα» τονίζει. «Είμαστε μόνοι μας σ’ αυτόν τον εφιάλτη μέσα στα σπίτια μας. Αλλά είμαστε μαζί αλληλέγγυοι. Είμαστε μαζί ιδιαίτερα με αυτούς που έχουν την ανάγκη μας. Συμμετέχουμε σ’ αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο ξεπερνώντας τον εαυτό μας».
Επίσης, στέκεται στη σημασία τού να συμπεριληφθούν οι μουσικοί στο ελάχιστο δίχτυ προστασίας που απλώνει το κράτος, εκφράζοντας την ανησυχία του για το τι θα αφήσει πίσω αυτή η συγκυρία. «Φοβάμαι την πόλωση, τον διχασμό, τον λαϊκισμό, την ψυχολογία του όχλου. Ομως έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι, αν βγω δυνατός και γερός μέσα απ’ αυτή την ιστορία, θα κάνω ό,τι μπορώ για να το αντιπαλέψω με κάθε τίμημα».
Στο φόντο αυτό, όπως τονίζει στην «Εφ.Συν.», «καθώς, όπως ο περισσότερος κόσμος, ο κλάδος των μουσικών πλήττεται σκληρά και ασύμμετρα, το λιγότερο που μπορεί να δοθεί σε όλους τους μουσικούς της χώρας μας, είναι αυτή η μικρή έκτακτη, αλλά ιδιαίτερα βοηθητική ενίσχυση». Μάλιστα, σε ανοικτή επιστολή του αναφέρει ότι «μέσα σ’ αυτή την πανδημία υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων, επαγγελματιών, κάποιοι μουσικοί, οργανοπαίκτες, τεχνικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, που για κάποιο ανεξήγητο λόγο αντιμετωπίζονται σαν να μην είναι μέλη αυτής της κοινωνίας. Σαν να ξεχάσαμε την παρουσία τους. Ο ιός προς το παρόν τούς αχρήστευσε σαν επαγγελματίες. Αναρωτιέμαι αν είναι σωστό να τους εξαφανίσει το κράτος σαν πολίτες, αφού εξαιρεί αρκετούς απ’ αυτούς από το έκτακτο επίδομα», αναφέρει ο Γιώργος Νταλάρας που σημειώνει ότι «ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας μας το οφείλουμε στην τέχνη και στον ζήλο αυτών των ανθρώπων, που πολλές φορές παραμένουν στη σκιά μέχρι το τέλος». Ο ίδιος σημειώνει ότι και σ’ αυτήν τη συγκυρία μπορεί να καταγράφονται τυπικές διαφορές ως προς τα κριτήρια, αλλά καλό είναι να προταχθεί ένας ελάχιστος κοινός παρονομαστής προστασίας για όσους έχουν βρεθεί εντελώς αδύναμοι και οικονομικά αβοήθητοι.
«Προς το παρόν αντέχουμε, αλλά υπάρχει πάντα ο φόβος τού να γίνει συνήθεια αυτή η ανάγκη. Κάτι σαν πρόβα generale απομόνωσης, κοινωνικής και εργασιακής. Αυτής της μοναξιάς. Θα ήταν εφιαλτικό να περιοριστεί, ακόμη και να καταργηθεί, η συνεργασία, η ζωντανή επαφή, συναισθηματική και πραγματική, οι φίλοι, η κοινωνική ζωή», σημειώνει. Η επιδημία αυτή ως γεγονός, αναμφισβήτητα κοινωνικοποίησε και πολιτικοποίησε με τα μέτρα τη ζωή όλων μας. Και καλώς έγινε, για τη φροντίδα της υγείας όλων μας.
Αυτές τις μέρες κινδυνεύουν απ’ το στίγμα όσοι νοσούν. Ας μην κινδυνέψουν αύριο όσοι πλήττονται θανάσιμα απ’ την ανεργία. Δεν είναι δική τους ευθύνη το να μη στιγματιστούν απ’ την ανέχεια. Ο «λοιμός» δεν ξεχώρισε κανέναν και, όταν περάσει, δεν πρέπει να παραμεριστεί κανένας.
«Το θέμα όμως είναι να φροντίσουμε ως κράτος, εκτός από τα πιθανά θύματα του ιού, τις παράπλευρες απώλειες. Οπως είναι η αρωγή-συνδρομή του κράτους απέναντι σ’ αυτούς που φροντίζουν ακαταπαύστως την τέχνη και την ψυχαγωγία των συνανθρώπων μας όλα αυτά τα χρόνια. Ο αριθμός που έμεινε έξω από το επίδομα δεν είναι μεγάλος. Τους αξίζει άραγε να τους φερθούμε σαν να είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, επειδή συνέπεσε να μην έχουν προσληφθεί σε εργασία τους τελευταίους δύο μήνες και ν’ ακυρωθούν επόμενες δουλειές τους;» διερωτάται ο μεγάλος ερμηνευτής παραπέμποντας στην επιστολή του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος, την οποία προσυπογράφει το σύνολο του μουσικού κόσμου για τη διεύρυνση των προϋποθέσεων για την παροχή της έκτακτης επιδότησης.
Κλείνοντας, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι ιδιαίτερα οι μουσικοί, οι ηθοποιοί, οι τεχνικοί, είναι ίσως οι μόνοι ή από τους ελάχιστους επαγγελματίες που δεν μπορούν να επωφεληθούν από την τηλεργασία. Δεν μπορούν να δουλέψουν… in vitro. Παίζουν με τα χέρια τους, με την τέχνη τους, με την ανάσα τους, με τη φωνή τους μόνο ζωντανά.
