Οι πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους άρχισαν να γράφονται αμέσως μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό.
Αγωνιστές της Επανάστασης, κάποιοι σακατεμένοι από τις μάχες, χήρες και ορφανά γύριζαν στους δρόμους ρακένδυτοι ζητιανεύοντας ένα κομμάτι ψωμί. Αντίθετα, εκλεκτοί του Παλατιού και όσοι είχαν προσβάσεις στο φαύλο πολιτικό σύστημα της εποχής απολάμβαναν παχυλούς μισθούς και συντάξεις.
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, που έμεινε στην ιστορία ως Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο στρατηγός Δημήτριος Μακρής, ο Φιλικός Παναγιώτης Σέκερης και ο νομομαθής Κρητικός Μανουήλ Βερνάρδος είναι μερικοί από τους αγωνιστές που θυσίασαν τα πάντα για την ελευθερία και πέθαναν πάμφτωχοι, ενώ υπάρχει και ένα πλήθος λιγότερο γνωστών πολεμιστών που ξεχάστηκαν στη δυστυχία τους.
Ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης περιγράφει, γλαφυρά, στ’ Απομνημονεύματά του αυτή την αθλιότητα σημειώνοντας (Βιβλίο Γ’, Κεφ. 4) μεταξύ άλλων:
«(…) οι αγωνισταί και χήρες των σκοτωμένων κι᾿ αρφανά παιδιά τους, κ’ εκείνοι οπού θυσιάσαν το δικόν τους στα δεινά της πατρίδος ας γκεζερούν (= περιπλανώνται άσκοπα) εις τους δρόμους ξυπόλυτοι και ταλαιπωρημένοι κι ας λένε “ψωμάκι”. Οι ακαθαρσίες της Κωσταντινόπολης και της Ευρώπης καρότζες, μπάλους, πολυτέλειες, λούσια (= λούσα) πλήθος. Αυτείνοι αφεντάδες μας κ’ εμείς είλωτές τους».
Ο Μακρυγιάννης ήταν από τους λίγους που είχαν αρχίσει να παίρνουν τον μισθό του βαθμού τους. Γι’ αυτόν ήταν 360 δραχμές, ένας πολύ καλός μισθός για την εποχή, αλλά όπως γράφει (Βιβλίο Γ’, Κεφ. 2):
«Είδα αυτό, και πέθαιναν και οι άνθρωποι εις τα παλιοκλήσια, οπλαρχηγοί κι’ άλλοι, κι’ από την πείνα κι’ από το κρύον, τότε στοχάστηκα: Οι αγωνισταί να πεθαίνουν της πείνας, κ’ εμείς να πλερωνώμαστε ολίγοι άνθρωποι; Εμείς οι ολίγοι φέραμεν την λευτεριά; Να κόψωμεν κ’ εμείς τον μιστόν μας, είτε να πάρουν και οι αδελφοί μας συναγωνισταί!».
Αυτή η πρόταση του Μακρυγιάννη και οι διαμαρτυρίες του στην Αντιβασιλεία προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια των Βαυαρών, ενώ και ο αρχηγός του Γαλλικού Κόμματος και στέλεχος των πρώτων κυβερνήσεων Ιωάννης Κωλέττης τον κατηγόρησε ότι προετοίμαζε αντιμοναρχική επανάσταση…
Δυστυχώς, η θλιβερή αυτή κατάσταση συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα πολλοί αγωνιστές να προσδοκούν, μάταια, τη δικαίωσή τους με την απονομή ενός στρατιωτικού βαθμού βάσει της προσφοράς τους στο νεοσύστατο στράτευμα είτε με τη χορήγηση κάποιας αξιοπρεπούς σύνταξης.
«Σε κάποιους δόθηκαν καταχρηστικώς βαθμοί, σε άλλους δεν εδόθησαν οι ανάλογοι», είχε πει, στις 11 Ιουλίου 1849, σε συνεδρίαση της Γερουσίας (σ.σ. νομοθετικό σώμα που λειτούργησε παράλληλα με τη Βουλή) ένας γερουσιαστής, που δεν σώζεται το όνομά του, κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου για την προικοδότηση με τη χορήγηση εθνικών γαιών σε ορφανές θυγατέρες στρατιωτικών.
Καθώς η προίκα ήταν βασικό ζήτημα για τον γάμο κάθε κοπέλας έγινε μεγάλη συζήτηση, αφού οι γερουσιαστές ζήτησαν τη χορήγηση ανάλογων αμοιβών για όλους τους αγωνιστές.
Ομως, ο υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα πρωθυπουργός Δημήτριος Βούλγαρης, γνωστός με το προσωνύμιο «Τζουμπές» λόγω της μακριάς μπέρτας του, δεν δέχτηκε το αίτημα των γερουσιαστών επαναλαμβάνοντας μια υπόσχεση που είχε δοθεί από πολλούς υπουργούς, ότι για τους άλλους το θέμα θα λυθεί με το νομοσχέδιο για τη χορήγηση συντάξεων…
Μάταια, ένας γερουσιαστής τού θύμισε ότι η Εθνική Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με το ψήφισμα 5 ζητούσε να οριστεί επιτροπή που θα εξέταζε ποιοι είχαν δικαίωμα απαίτησης αποζημιώσεων, αναφέροντας ακόμα πως «στην Ελλάδα, την εποχή του Αγώνα, δεν υπήρξε ιδιαιτέρα τάξη στρατιωτικών αλλ’ άπαντες επολέμησαν κατά δύναμιν, και συνεισέφεραν έκαστος διαφοροτρόπως εις τον υπέρ ανεξαρτησίας αγώνα.
Μετά την άφιξη του Καποδίστρια έμεινε ένα στρατιωτικό σώμα και υπόλοιποι επανήλθαν στις οικιακές υποθέσεις τους ή στο πολιτικό στάδιο. Επειτα ελθούσα η Αντιβασιλεία θεώρησε αναγκαίο για την ασφάλεια του κράτους την ύπαρξη τακτικού στρατού, διώρισε δε και επιτροπή διά να εξετάση τας εκδουλεύσεις εκάστου των αγωνιστών και ανταμείψη αυτούς αναλόγως των εκδουλεύσεών των διά τους ανήκοντος βαθμού. Εγιναν πολλά παράπονα από διάφορους αγωνιστές».
Τα επόμενα χρόνια, οι ξεχασμένοι και αδικημένοι αγωνιστές, οι χήρες και τα ορφανά τους άρχισαν να στέλνουν αιτήματα προς τα υπουργεία, στις οποίες εξέθεταν τους αγώνες τους και ζητούσαν συνήθως οικονομική βοήθεια.
Τα αιτήματα, μετά την αναγκαστική παραχώρηση Συντάγματος από τον Οθωνα, άρχισαν να κατευθύνονται στη Βουλή και τη Γερουσία. Δυστυχώς, όμως, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Παρότι τα δύο νομοθετικά Σώματα εμφανίζονταν να συνηγορούν στα αιτήματα, τα υπουργεία δεν έκαναν τίποτα…
Σε κάποιες περιπτώσεις, που προκαλούνταν συζήτηση στη Βουλή ή στη Γερουσία, συνήθως με αφορμή την εισαγωγή νομοσχεδίου για τη συνταξιοδότηση χηρών και ορφανών κάποιου πολιτικού, οι υπουργοί υπόσχονταν ότι σύντομα θα κατατεθεί νομοσχέδιο που θα ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης όλων.
Μια τέτοια συζήτηση έγινε στις 28 Ιανουαρίου 1849 στη Γερουσία, όταν εισήχθη νομοσχέδιο «περί χορηγήσεως μηνιαίας συντάξεως εις την χήραν και τα ορφανά του Κωνσταντίνου Θ. Κολοκοτρώνη».
Το νομοσχέδιο προέβλεπε ότι θα χορηγούνταν μηνιαία σύνταξη 400 δραχμών, που αντιστοιχούσε στον μισθό του διευθυντή της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, στη χήρα και στα τέσσερα ορφανά του τρίτου από τα τέσσερα παιδιά του γενναίου οπλαρχηγού, ο οποίος ήταν βουλευτής Γόρτυνος και υπουργός επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών Σχέσεων.
Τελικά, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε, αλλά ένας από τους γερουσιαστές παίρνοντας τον λόγο κάλεσε την κυβέρνηση για λόγους ίσης μεταχείρισης να παρουσιάσει, χωρίς άλλη αναβολή, νομοσχέδιο που θα κανονίζει τα προσόντα των συνταξιούχων. Με πρόταση άλλου γερουσιαστή εκδόθηκε και σύσταση προς τα υπουργεία, ενώ οι παριστάμενοι υπουργοί για μία ακόμα φορά διαβεβαίωναν ότι θα υλοποιηθεί η απόφαση της Γερουσίας.
Ομως, περίπου δύο χρόνια αργότερα αποδείχτηκε και πάλι ότι οι κυβερνήσεις της εποχής, ίσως για να συντηρήσουν ένα φαύλο σύστημα επιλεκτικών συνταξιοδοτήσεων, δεν προχωρούσαν στην καθιέρωση αντικειμενικών κριτηρίων συνταξιοδότησης.
Αφορμή έδωσε η προώθηση νομοσχεδίου «περί συντάξεως στην οικογένεια του δολοφονηθέντος υπουργού Ν. Κορφιωτάκη», το οποίο κατατέθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1850 στη Βουλή προβλέποντας σύνταξη 300 δραχμών τον μήνα για τη χήρα και τα τέσσερα ορφανά του Κορφιωτάκη (για την πολιτική δολοφονία Κορφιωτάκη βλ. «Εφ.Συν.»/«Νησίδες», φ. 19-20.10.2019).
Το ποσό θεωρήθηκε υπερβολικό καθώς, όπως αναφέρθηκε, την ίδια στιγμή η οικογένεια του Υδραίου ναυάρχου Αναστάσιου Τσαμαδού, ενός από τους επικεφαλής των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων στη Πτώση της Σφακτηρίας, έπαιρνε σύνταξη 80 δραχμές, του Οδυσσέα Ανδρούτσου 48 δραχμές και του στρατηγού Ανδρέα Γριβογιώργη, που έπεσε κατά την έξοδο του Μεσολογγίου, μόλις 8 δραχμές!
Για να σχηματίσει ο αναγνώστης μια πληρέστερη εικόνα της αξίας των χρημάτων και των οικογενειακών αναγκών της εποχής, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πολλές χήρες είχαν τη φροντίδα, εκτός των παιδιών τους, των ορφανών στενών συγγενών τους και σίγουρα των ηλικιωμένων γονέων. Για παράδειγμα, η Στάνα, χήρα του Γεωργάκη Ολύμπιου, εκτός από τα τρία παιδιά της, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, φρόντιζε τρία ανίψια και την ηλικιωμένη μητέρα της με τη σύνταξη των 140 δραχμών που της είχε χορηγηθεί. Γι’ αυτό, η εφημερίδα «Συνένωσις» με αφορμή τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1845 έγραφε στο φύλλο εκείνης της ημέρας:
«Ο Γεώργιος Ολύμπιος ήτον πλούσιος αλλ’ ό,τι είχε μετά της ζωής του το έδωκεν εις το έθνος, εκτός άλλων ποσοτήτων, 65.000 δραχμών έδωκε εις μόνον τον Υψηλάντην. (…) Η οικογένεια του Γεωργίου Ολυμπίου εις Αθήνας ψωμοζητεί σήμερον, εκατόν τεσσαράκοντα δραχμών έχει σύνταξιν, οι δε υιοί της ανθυπολοχαγοί της τιμής δεν λαμβάνουσιν ουδένα μισθόν, με τοιαύτη μικράν σύνταξιν πώς δύναται να ζήση οικογένεια εκ δύο νεανιών, εκ μιας θυγατρός, εκ τριών ανεψιών και εκ μιας μητρός; (…) Οι υιοί του Γεωργίου Ολυμπίου δεν δύνανται να εξέλθωσιν της οικίας των επειδή οι αγκώνες των είναι τετρυπημένοι, η γυνή του Γεωργίου Ολυμπίου δεν έχει φόρεμα να εξέλθη και να παρακαλέση τους υπουργούς. Η ασθένεια προς τοις άλλοις δυστυχήμασι επέπεσε εις αυτόν τον οίκον (…) αυτή δε ετοιμάζεται γυμνή και εκτραχηλισμένη να φύγη από την Ελλάδα».

Γι’ αυτό, κάποιες χήρες με τις αιτήσεις τους εκλιπαρούσαν για αύξηση των πενιχρών συντάξεών τους, όπως η Αργυρή, χήρα του οπλαρχηγού από τη Μάνη Γεώργιου Καπετανάκη, από τους πρώτους που μπήκαν, στις 22 Μαρτίου 1821, στην Καλαμάτα, η οποία έπαιρνε σύνταξη 20 δραχμών και έπρεπε να προικίσει την κόρη της…
Το ίδιο ζητούσαν και αγωνιστές όπως ο Γεώργιος Αγγέλου, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα, πέρα από το ότι είχε πολλά τραύματα από τις μάχες, έπρεπε να προικίσει δύο κορίτσια και η σύνταξή του ήταν μόλις 12 δραχμές!
Βέβαια, σε ακόμα χειρότερη κατάσταση βρίσκονταν οι οικογένειες των αγωνιστών που δεν έπαιρναν καθόλου σύνταξη, όπως του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, που είχε πεθάνει, πάμφτωχος και άρρωστος, 15 μήνες νωρίτερα, του Λυκούργου Λογοθέτη (πραγματικό όνομα Γεώργιος Παπλωματάς), πολιτικού και στρατιωτικού ηγέτη της σαμιακής επανάστασης του 1821, του Τριαντάφυλλου Ι. Τζουρά, σημαντικού αγωνιστή που πολέμησε σε πολλές μάχες (άλωση Τριπολιτσάς, Δερβενάκια, εκστρατεία Ολύμπου, πολιορκία Ακρόπολης κ.α.) ως επικεφαλής στρατιωτικού σώματος «μισθωμένου εξ ιδίων», και άλλων.
Η επιτροπή της Βουλής στην έκθεσή της για τη συνταξιοδότηση της χήρας Κορφιωτάκη υπογράμμιζε ότι ανάλογης προστασίας είχαν ανάγκη «πολλαί χήραι και ορφανά ανδρών υπέρ πατρίδος πεσόντων (…) ούσαι ενδεείς και άποροι», τελικά έκανε θετική εισήγηση και η Ολομέλεια ενέκρινε, κατά πλειοψηφία, το σχετικό νομοσχέδιο.
Ομως, λίγες ημέρες αργότερα η Γερουσία, ύστερα από θυελλώδη συνεδρίαση, απέρριψε τη συνταξιοδότηση της χήρας του υπουργού!
Καταλυτικό ρόλο είχε παίξει η αγόρευση του λόγιου γερουσιαστή Γεώργιου Ψύλλα, που άσκησε αυστηρή κριτική προς την κυβέρνηση του Αντώνιου Κριεζή (Δεκέμβριος 1849-Μάιος 1854), ο οποίος πριν γίνει πρωθυπουργός ήταν μεγάλος αυλάρχης της Βασιλικής Αυλής…
Ο Ψύλλας είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να σταματήσει η χορήγηση σύνταξης «ειδικώς εις πρόσωπα ατομικών συμπαθειών» και να κατατεθεί νομοσχέδιο που θα προβλέπει γενικούς όρους χορήγησης συντάξεων.
Τη στάση του επικρότησε και ο Μακρυγιάννης, ο οποίος στα Απομνημονεύματά του (Βιβλίο Δ’, Κεφ. 4) έγραψε, μεταξύ άλλων:
«Εις την Γερουσίαν το γκρέμισαν [το νομοσχέδιο] οι αξιοσέβαστοι Γερουσιασταί. (…) Ολα τα ταξίματα των υπουργών κι᾿ άλλα παρόμοια τα καταφρόνεσαν και τα καταφρονούν. Κι᾿ ο Γεώργιος Ψύλλας είναι πάντοτες το αγαθό τέκνο της πατρίδας, όπου μιλεί φρονίμως και πατριωτικώς εις το δίκιον και λέγει την γνώμη του ελεύτερα».
Τραγική ειρωνεία μοιάζει ότι ενώ πολλοί αγωνιστές του 1821 πέθαναν πάμφτωχοι και βλέποντας τις οικογένειές τους να δυστυχούν, ήρθε, μετά τον θάνατό τους, το κράτος να δώσει κάποιες συντάξεις-ψίχουλα στις χήρες τους. Κάτι τέτοιο έγινε με τη χήρα του Νικηταρά, Αγγελίνα, στην οποία απονεμήθηκε τελικά μόλις το 1854 μηνιαία σύνταξη 111 δραχμών και στη χήρα του Τζουρά, το 1853, 60 δραχμών…
Αντίθετα, είναι άγνωστο τι απέγινε με τη χήρα του Παναγιώτη Σέκερη (1783-1847), εύπορου εμπόρου και ηγετικού στελέχους της Φιλικής Εταιρείας, που διέθεσε όλη την περιουσία του για τις ανάγκες του Αγώνα.
Ο Σέκερης με την οικογένειά του επέστρεψαν, το 1830, από την Οδησσό στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο. Ομως, σεμνός καθώς ήταν δεν πήρε αξιώματα ούτε κάποια αξιόλογη δημόσια θέση. Μόνο κάποια στιγμή ξεκίνησε προσπάθειες για να αποζημιωθεί, κάπως, για την υλική και ηθική προσφορά του στον Αγώνα.
Με μια αναφορά του στη Βουλή, με ημερομηνία 1η Απριλίου 1845, ζητούσε μόνο να του δοθεί μια μικρή ιδιοκτησία «δι’ ης να ασφαλίση την ύπαρξίν του εις τα έσχατα του βίου του και να αποκταστήση τα αδύνατα μέλη της οικογενείας του».
Η Βουλή είδε, όπως πάντα, θετικά το αίτημα και το διαβίβασε στο υπουργείο Οικονομικών, απ’ όπου δεν έγινε τίποτα. Ο Σέκερης πέθανε πάμφτωχος στις 29 Ιανουαρίου 1847 και δύο χρόνια αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1849, η χήρα του ζητούσε, με δική της αναφορά, τη χορήγηση μηνιαίας σύνταξης…
Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με άλλους αγωνιστές, όπως ο Γεώργιος Κουφαργυράκος ή Κουφαργυράκης, από την Τρίπολη, που ζητούσε «μηνιαίαν σύνταξιν προς περίθαλψιν της πολυαρίθμου οικογενείας του». Κατέθεσε τουλάχιστον τρεις αναφορές στη Βουλή (18.8.1848, 29.1.1849 και 16.10.1849), που όλες αντιμετωπίστηκαν… θετικά, χωρίς να πάρει, τελικά, σύνταξη…
Δύο αναφορές είχε καταθέσει και ο Γεώργιος ή Κοσμάς Αρκαδοπολίτης, που είχε πολεμήσει δίπλα στους Νικηταρά, Καραϊσκάκη, Οδυσσέα Ανδρούτσο και Μακρυγιάννη, και από μία οι πυρπολητές Ανάργυρος Ζαρέμας, Αντώνης Μυτιληναίος κ.ά.
Ανάμεσα στις χήρες που ζητούσαν οικονομική στήριξη ήταν οι χήρες του Υδραίου καραβοκύρη Νικόλαου Θεοδ. Γκίκα, που διέθεσε τα χρήματά του και τα πλοία του στον Αγώνα, του Σπετσιώτη καπετάν Ανάργυρου Λεμπέση, που πήρε μέρος σε πολλές ναυμαχίες με τη θρυλική «ναβέτα» του, το τρικάταρτο ιστιοφόρο του, του Μυκονιάτη Γεώργιου Δαμασκηνού, που διέθεσε όλη την περιουσία του στον Αγώνα, του Υδραίου πυρπολητή Ιωάννη-Γκίκα Θεοδοσίου και άλλων.
