ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Κοιτάζοντας τον ορίζοντα τίποτα δεν διακρίνει πια. Γιατί ο χώρος είναι πια το ίδιο με τον χρόνο χωρίς εξόδους διαφυγής. Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Μια και δεν υπάρχει τίποτα πια να θυμηθείς. Ο,τι άξιζε αποθηκεύτηκε σε ταινίες, φυγαδεύτηκε σε ξένα φεστιβάλ και τώρα μεταφρασμένο σε γλώσσες και εικόνες ψάχνει την ομορφιά σε νέα βλέμματα. Το να μπαίνεις σε μια ταινία σημαίνει πως ξεχνάς. Το να ανακαλείς την εικόνα σου σημαίνει πως ξεχνάς. Η άφθαρτη όψη σου σημαίνει πως ξεχνάς. Και η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια. Ορθια στο τρένο ενώ τα τοπία περνούν, στον βυθό της θλίψης της πριν ξεσπάσει σε ένα ασταθές χαμόγελο».

Είμαι στο «Θέατρο 104», η παράσταση «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» του Θωμά Τσαλαπάτη σε σκηνοθεσία της Νικόλ Δημητρακοπούλου αρχίζει.

Παρακολουθώ τις αγωνιώδεις προσπάθειες μιας γυναίκας -στην πραγματικότητα μιας γυναίκας με τον εαυτό της που ερμηνεύουν οι Νικόλ Δημητρακοπούλου και η Αλκηστις Νικολαΐδη- να ανοίξει τις πόρτες των αναμνήσεών της, στο ευφυές σκηνικό χώρο του Αδριανού Ζαχαριά, προσπαθώντας να επιστρέψει σ’ αυτό που ήταν πριν χάσει τη μνήμη της.

Δύσκολο και βαρύ θέμα. Ειδικά αν έχεις παραστάσεις από ανθρώπους που αγαπάς και τους βλέπεις να χάνονται μέσα στα σκοτάδια της άνοιας.

Σαν τους ίσκιους

Πρωταγωνιστής πάντα ο χρόνος. Το πρόβλημα της μνήμης αντιμετωπίζεται από τον Θωμά Τσαλαπάτη σε μια στενή σχέση με το σώμα. Αλληλεπιδρούν αμοιβαία. Πάσχουν και τα δυο όταν δεν ισορροπούν: «Ξεκινούνε εικόνες, γίνονται σώματα, λέξεις, ανάσες. Εγώ είμαι. Παύση. Εγώ ήμουν. Δεν είναι τίποτα το να ξεχνάς. Σαν τους ίσκιους που χάνονται στο δωμάτιο μόλις σβήσει το φως. Ολα συνεχίζουν να είναι εκεί: οι τοίχοι, οι καρέκλες, το τραπέζι. Και οι σκιές θα ξαναβγούν μόλις το φως επιστρέψει».

Ο μεγάλος φιλόσοφος Μπερξόν, όπως εξάλλου επιβεβαιώνουν και οι έρευνες της σύγχρονης επιστήμης, είχε πει πως μόνο η συνείδηση έχει πρόσβαση στη χρονική διάρκεια, η οποία εγγράφεται και επιμερίζεται ως μνήμη. Η σωματοποίηση της χρονικότητας και οι περίπλοκες σχέσεις της ύλης με το πνεύμα.

Με ένα δυνατό ισχυρό κείμενο, που μόλις κυκλοφόρησε και σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Μωβ Σκίουρος», ο συγγραφέας εμπλέκει τον θεατή, τον αναγνώστη του, στη διαδικασία της επίκλησης της μνήμης.

Η γυναίκα ζητά τη μαρτυρία μας όταν αρχίζει η παράσταση, στην προσπάθειά της να θυμηθεί ότι υπήρξε, ότι υπάρχει:

«Εσείς. Εσείς είστε το όνομά μου σε αυτή την ανάμνηση. Τεκμήριο πως συνέβη. Εσείς είστε το όνομά μου. Οταν κάτι έχει μάρτυρες, συμβαίνει. Κάτι συμβαίνει ακόμη και αν δεν συνέβη (παύση). Δεν υπάρχει, δεν συνέβη. Υπάρχει, δεν θυμάμαι να συνέβη. Εσείς είστε. Η καταγραφή. Το δακτυλικό μου αποτύπωμα. Η μαρτυρία πως εγώ είμαι. Το τεκμήριό μου. Μια ανάμνηση από το αύριο. Ο,τι χάσαμε από το χθες αύριο συνέβη. Οχι θα συμβεί. Συνέβη. Μια ανάμνηση από το αύριο λοιπόν. Εδώ έξω. Εξω από τη μνήμη. Η ανάμνησή μου».

Και αυτό γίνεται σε απόλυτη και συμπαγή ευθυγράμμιση με τη σκηνοθετική ματιά της Νικόλ Δημητρακοπούλου που σε βάζει μέσα στο έργο με εξαιρετικά θεατρικά ευρήματα.

Ομως έχει μεγάλη σημασία να πω ότι ο συγγραφέας του έργου «ανοίγει» το θέμα του πέρα από το προσωπικό στο συλλογικό, θυμίζοντας αυτά που οι κοινωνίες των ανθρώπων μπορεί να ξεχνούν. Οπως την ωμή βία του φασισμού και τις τραγικές συνέπειες του πολέμου. Εύστοχη διάσταση στο σημερινό πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης, όπου τα ακροδεξιά κόμματα ανεβαίνουν συνεχώς.

Είναι εξαιρετικό το συγκεκριμένο απόσπασμα, όπου ο βαθιά ποιητικός θεατρικός λόγος γίνεται ένα μικρό φιλοσοφικό δοκίμιο:

«Και κείνος είπε: “Το νόημα είναι το νόημα αυτών που θυμάμαι. Το χρώμα αυτό που συναντώ μέσα στο δικό μου χρώμα. Αυτή η σημασία είναι ο πυρήνας μας”.

Και κείνος είπε: “Η φυλή μας είναι η μνήμη μας και η δύναμη μόνιμος απόγονός μας. Κι εμείς οφείλουμε να δίνουμε σε κάθε τι που έπεται το σχήμα αυτού που προηγείται. Η κίνηση απλά επιβεβαιώνει τη σταθερότητά μας”.

Και κείνος είπε: “Ορίζω τη μνήμη του σήμερα σημαίνει δίνω σχήμα στη μνήμη του αύριο. Κυριολεκτώ μονίμως πέρα από τα νοήματα. Γιατί τα νοήματα μου ανήκουν”.

Και κείνος είπε: “Οφείλουμε διαρκώς να καταγράφουμε. Διαρκώς να συντηρούμε. Διαρκώς να ασκούμε τη δύναμη αυτή που μας επιτρέπει να μην εξαρτόμαστε από λέξεις ή από ανθρώπους. Οι λέξεις μας εμποδίζουνε να θυμηθούμε και οι άνθρωποι διαμορφώνουν τα γεγονότα μόνο αφού τα βιώσουν. Εμείς οφείλουμε διαρκώς να καταγράφουμε ώστε να εξασφαλίσουμε πως μια μέρα τίποτα δεν θα είναι δυνατόν να ξεχαστεί”.

Και κείνος είπε: “Οποιος ελέγχει τις πηγές ελέγχει και τα ποτάμια. Εμείς θα ορίσουμε τις ροές. Γιατί μόνο εμείς θυμόμαστε από πού ξεκίνησαν όλα”.»

Οι συντελεστές

Οι δύο πρωταγωνίστριες Ν. Δημητρακοπούλου και Αλκηστις Νικολαΐδη κράτησαν τον ρυθμό του κειμένου σε απόλυτη σύμπνοια μέχρι το τέλος της παράστασης. Σε αυτό βοήθησε και η σκηνοθεσία εικόνας του Κωνσταντίνου Φραγκόπουλου, ο φωτιστικός σχεδιασμός του Νίκου Βλασόπουλου, η μουσική και ο ηχητικός σχεδιασμός του Μανώλη Μανουσάκη.

Το κείμενο «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια» ξεκίνησε ως χρονογράφημα στη στήλη «Ανοχύρωτη Πόλη», στις Νησίδες που τώρα διαβάζετε. Ο πυρήνας αυτός εμπλουτίστηκε, εξελίχθηκε, μετατράπηκε.

Το θεατρικό έργο ανέβηκε για πρώτη φορά σε μορφή αναλογίου το 2018, στο Maison de la Poésie στο Παρίσι, σε σκηνοθεσία Laurence Campet και μετάφραση της Clio Mavroeidakos, καθώς και στο Φεστιβάλ Αναλόγιο στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου, σε σκηνοθεσία Νικόλ Δημητρακοπούλου.

Θα το δείτε στο Θέατρο 104 | Ευμολπιδών 41, τηλ. 210 3455020. Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Δευτέρα & Τρίτη στις 21.15

Τελειώνω αυτό το κείμενο με τα λόγια του συγγραφέα αναλογιζόμενη όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν θυμούνται πια:

«Η ανάμνηση. Είναι σαν κάποιος να προσπαθεί να διαβάσει μια λευκή σελίδα. Ο μόνος τρόπος να τη διαβάσεις είναι ν’ αρχίσεις να γράφεις. Και τη διαβάζεις μόνο εσύ. Για όλους τους άλλους, το κενό, το λευκό της σελίδας έχει χαθεί. Δεν υπάρχει στο κείμενο που τώρα διαβάζουν. Για εσένα όμως το κείμενο υπάρχει μαζί με την απουσία του. Λίγο πριν και λίγο μετά το κενό. Το τίποτα, μαζί με αυτό που το αναιρεί. Η ανάμνηση. Μια πληγή χωρίς σώμα» (Θωμάς Τσαλαπάτης, «Η Μόνικα Βίτι δεν θυμάται πια», Εκδόσεις Μωβ Σκίουρος»).