ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Του Αντώνη Καζάκου

Επαναδημοσιεύοντας ένα σώμα συνεντεύξεων, οι οποίες για πρώτη φορά δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά από το 1977 ώς το 2024, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος συντάσσει το λήμμα Η ιστοριογραφία του μοντερνισμού για ένα έγκυρο και ευκολοδιάβαστο εγκυκλοπαιδικό λεξικό.

Δεν εκπλήσσεται κανείς αν αναλογιστεί την επιστημονική διαδρομή του Παναγιωτόπουλου: Γεννημένος το 1932 στη Μεσσήνη, θα βρεθεί από το 1965 για μια εικοσαετία στο Παρίσι, όπου θα συνομιλήσει δημιουργικά με τους πρωτεργάτες της γαλλικής «Νέας Ιστορίας». Με το πολυσχιδές έργο του συνέβαλε αποφασιστικά στην ανανέωση των ιστορικών σπουδών στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Μαζί με τον Σπύρο Ασδραχά και τον Φίλιππο Ηλιού, υπήρξε συνιδρυτής του επιστημονικού περιοδικού Τα Ιστορικά.

Είναι γνωστό πως το πνεύμα του 20ού αιώνα στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στις ιδέες, ακόμα και στις φυσικές επιστήμες, αμφισβήτησε τον θετικισμό και τη βασική του επαγγελία της αντικειμενικής περιγραφής μιας εξωτερικής πραγματικότητας, θεωρώντας τη μια μονολιθική χίμαιρα. Είναι η εποχή της σχετικότητας και της ανάδυσης της υποκειμενικής ματιάς του καλλιτέχνη, του στοχαστή και του επιστημονικού παρατηρητή.

Το μοντερνιστικό πνεύμα στην Ιστορία, ήδη από τη μεσοπολεμική Γαλλία, θα ανανεώσει ριζικά την αντίληψη για την ιστοριογραφία ως προς τη μέθοδο, το αντικείμενο και την απώτερη στοχοθεσία. Η ιστοριογραφία τώρα θέλει προγραμματικά να είναι ολιστική: να συμπεριλάβει όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, όχι μόνο την πολιτική, τη διπλωματία και τον πόλεμο, να συνομιλήσει με όλες τις κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες, να διαλεχθεί με τη θεωρία, να αμφισβητήσει βεβαιότητες και κυρίως την ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας.

Να πώς εκφράζεται για την ιστορική επιστήμη σε μια από τις συνεντεύξεις του ο Παναγιωτόπουλος: «Είναι μύθος η αντικειμενική Ιστορία. Δεν υπάρχει περίπτωση να αποφύγεις την ιδεολογική εμπλοκή. Η Ιστορία είναι μια ιδεολογική, πνευματική δραστηριότητα. Από εκεί και πέρα, σε επίπεδο προσωπικό, ο ιστορικός θα προχωρήσει σε μια έντιμη ή όχι διαπραγμάτευση ενός ζητήματος και σε μια εύστοχη ή άστοχη διαχείριση επιχειρημάτων. Στην Ελλάδα βέβαια είναι γεγονός ότι έγινε κατάχρηση της Ιστορίας για την επίτευξη πολιτικών ή κοινωνικών στόχων… Ομως η Ιστορία δεν δύναται να θεραπεύσει τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά να τα μελετήσει και να τα υποβάλει σε κριτική βάσανο. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να λειτουργήσει “θεραπευτικά” για τον ίδιο τον ιστορικό και “ανακουφιστικά” για τους στοχαζόμενους ανθρώπους».

Ολο το σώμα του βιβλίου το διατρέχει αυτή η βασική μοντερνιστική αντίληψη: Η Ιστορία είναι μια νοητική κατασκευή και ένα κοινωνικό πολιτιστικό προϊόν, που συνομιλεί αποφασιστικά με τις ανάγκες τις κοινωνίας, την οποία αντιλαμβάνεται ως ένα όλον, με απώτερο στόχο την κριτική κατανόηση της κοινωνίας και του ανθρώπου, την απελευθέρωση και τον διαφωτισμό της κοινωνικής και ατομικής συνείδησης, χωρίς να στρατεύεται σε επιμέρους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες. Ετσι, αυτό που χάνει η Ιστορία σε «αντικειμενικότητα» και στρατευμένη εθνική ή κοινωνική αποστολή, το κερδίζει σε στοχαστικότητα και άνοιγμα των κριτικών οριζόντων. Νοείται δηλαδή ως ένα εργαλείο απελευθέρωσης, ένα εργαστήρι άσκησης στην ανήσυχη αιρετική ματιά.

Εξ ου, η στοχαστική ιστορικοποιημένη ματιά είναι το άλλο ισχυρό νήμα που συνέχει το σώμα αυτών των συνεντεύξεων, καθιστώντας και την ανάγνωση του βιβλίου συναρπαστική. Η ποικιλία και το εύρος των συζητούμενων θεμάτων (από τη σχέση Ιστορίας και ιστοριογραφίας, τη διερώτηση για την επιστημονικότητα της Ιστορίας, στους μύθους γύρω από την Ελληνική Επανάσταση και στις αντιφάσεις και στις σταθερές της ελληνικής εθνικής συνείδησης, από την ανάδειξη της ιδιομορφίας του φαινομένου Αλή Πασάς, στα αίτια της οικονομικής κρίσης του 2010, στα αβαθή της «αντιμνημονιακής» ρητορείας, στον θάνατο του τέως βασιλιά και στη νηφάλια αποτίμηση της βασιλείας κοκ.) καταυγάζονται από μια ασκημένη αιρετική θεώρηση, που μας προκαλεί να τη μιμηθούμε στο πνεύμα και στους τρόπους της. Ουσιαστικά, το βιβλίο διαβάζεται σαν μυητική συμμετοχή σε ένα εν προόδω απαιτητικό και δημοκρατικό σεμινάριο, όχι για το τι, αλλά για το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε.