Την απόφαση της κυβέρνησης Μπάιντεν να ξανανοίξει το Γενικό Προξενείο των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, με στόχο την επανεκκίνηση των «παγωμένων» -ελέω Τραμπ- διπλωματικών σχέσεων της Ουάσινγκτον με την Παλαιστινιακή Αρχή, ανακοίνωσε χτες ο υπουργός Εξωτερικών, Αντονι Μπλίνκεν, αμέσως μετά τη συνάντηση που είχε με τον Παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς στη Ραμάλα.
Είναι μια σημαντική ενέργεια της αμερικανικής κυβέρνησης, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση, δεδομένου ότι το εν λόγω προξενείο λειτουργούσε επί δεκαετίες ως ντε φάκτο διπλωματικός σύνδεσμος, «κάτι-σαν-πρεσβεία» των ΗΠΑ με τους Παλαιστινίους, πριν από την προκλητική, μονομερή αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ και την εκεί μετακόμιση της αμερικανικής πρεσβείας από τον Τραμπ: «Οπως είπα και στον πρόεδρο, βρίσκομαι εδώ για να υπογραμμίσω τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στην ανοικοδόμηση της σχέσης μας με την Παλαιστινιακή Αρχή και τον παλαιστινιακό λαό, μια σχέση που χτίστηκε με βάση τον αμοιβαίο σεβασμό και την κοινή πεποίθηση ότι οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλινοί δικαιούνται εξίσου την ασφάλεια, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια» είπε ο Μπλίνκεν κατά το σύντομο πέρασμά του από την κατεχόμενη Δυτική Οχθη. Για να συμπληρώσει στη συνέχεια ότι «η λύση των δύο κρατών είναι η μόνη επιλογή»…
Στην πραγματικότητα η νέα αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει ώς τώρα κάνει καμιά κίνηση για την αντιστροφή της απαράδεκτης μεταφοράς της πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ και συνεχίζει με τη συνολική στάση της να βάζει πλάτη στα επεκτατικά σχέδια των Ισραηλινών (δηλαδή τις μαζικές εξώσεις δεκάδων παλαιστινιακών οικογενειών από τις κατοικίες τους) αλλά και την άγρια αστυνομική καταστολή στην ανατολική Ιερουσαλήμ, που αποτέλεσαν και τη θρυαλλίδα για τον ενδεκαήμερο «μίνι πόλεμο» των Ισραηλινών με τη Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.
Ο μόνος λόγος για τον οποίον ο Μπλίνκεν επισκέφτηκε τη Ραμάλα με το «δωράκι» του προξενείου είναι η ανάγκη των ΗΠΑ να νεκραναστήσουν την ανύπαρκτη πλέον πολιτική επιρροή του 86χρονου Αμπάς στα κατεχόμενα, όπου οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι -μετά και τη μονομερή αναβολή των πρώτων παλαιστινιακών εκλογών από τον Αμπάς εδώ και 15 χρόνια, ακριβώς για να αποφευχθεί η βέβαιη προοπτική μιας σαρωτικής νίκης των «τρομοκρατών» της Χαμάς- αντιμετωπίζουν πλέον τον… ισόβιο πρόεδρο και τη Φάταχ ως «βιτρίνα» αλλά και αναπόσπαστο κομμάτι του μηχανισμού της ισραηλινής κατοχής. Κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα κατά τη διάρκεια των πρόσφατων συγκρούσεων και διαδηλώσεων στον περίβολο του τεμένους του Αλ Ακσά, όπου για πρώτη φορά εκφράστηκε τόσο έντονα η λαϊκή δυσαρέσκεια για τα απομεινάρια της πάλαι ποτέ λαοπρόβλητης PLO του Γιασέρ Αραφάτ.
Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που οι ΗΠΑ, παρά τις βαριές απώλειες αμάχων, απαιτούν να διαχειριστεί η Φάταχ την όποια διεθνή οικονομική βοήθεια για την ανοικοδόμηση των ισοπεδωμένων κτιρίων και υποδομών της Γάζας, με το επιχείρημα ότι δεν πρέπει να επωφεληθεί η Χαμάς: μια συνταγή που φυσικά εξασφαλίζει πως η όποια βοήθεια δεν πρόκειται να φτάσει έγκαιρα στα δυο εκατομμύρια ξεσπιτωμένους, πεινασμένους και διψασμένους κατοίκους της Γάζας, αν φτάσει και ποτέ…
Είναι χαρακτηριστικό πως ο διπρόσωπος Μπλίνκεν αναφέρθηκε μεν στην «τραγική ανθρωπιστική κατάσταση στη Γάζα» και την «ανάγκη άμεσης ανοικοδόμησης», αλλά απέφυγε να ψελλίσει έστω και μία λέξη για τον αποκλεισμό και την ασύμμετρη κρατική βία που έχουν προκαλέσει και συνεχώς επιδεινώνουν αυτή τη διαρκή τραγωδία, όπως και για τις συνεχείς ισραηλινές προκλήσεις που οδήγησαν νομοτελειακά στη νέα συρραξη. Αλλωστε λίγες ώρες νωρίτερα, στη συνάντηση που είχε με τον αρχιτέκτονα και της νέας σύρραξης Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ επανέλαβε «την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ στο δικαίωμα του Ισραήλ να υπερασπίζεται τον εαυτό του».
Και βέβαια παρακολούθησε σιωπηλός τον αιμοσταγή Ισραηλινό πρωθυπουργό και σύμμαχο των ΗΠΑ να επιμένει στις πολεμικές απειλές του κατά των κατοίκων της Λωρίδας, παίζοντας τον ρόλο του θύματος και υποσχόμενος «μια πολύ σκληρή απάντηση» σε περίπτωση επανάληψης των… επιθέσεων της Χαμάς, αλλά και να επαναλαμβάνει πως δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη «έως ότου όλοι οι Παλαιστίνιοι αναγνωρίσουν το Ισραήλ ως εβραϊκό κράτος», μια διατύπωση που όπως είναι φυσικό τερματίζει κάθε πιθανότητα βιώσιμου διαλόγου…
