Το μήνυμα της Μόσχας και της Αγκυρας είναι ότι η «προβοκάτσια» με τη δολοφονία του Ρώσου διπλωμάτη θα ενισχύσει, παρά θα αποδυναμώσει τη διμερή συνεργασία. Συμπέρασμα που βρίσκει σύμφωνους τους περισσότερους αναλυτές.
Το ερώτημα είναι προς ποια κατεύθυνση, επισημαίνει στην «Ουάσινγκτον Ποστ» ο Χένρι Μπάρκεϊ, πρώην στέλεχος της CIA, νυν διευθυντής του μεσανατολικού τμήματος του Ινστιτούτου Woodrow Wilson της Ουάσινγκτον (κι εμπλεκόμενος κατά τη «Γενί Σαφάκ» στην απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου).
Η δολοφονία Καρλόφ, επισημαίνει, «δεν θα μπορούσε να γίνει σε χειρότερη στιγμή για τον Ερντογάν, που διαπραγματεύεται προσεκτικά με τον Πούτιν για τη Συρία.
Την ώρα που οι σχέσεις του με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη έχουν χαλάσει, η εικόνα της επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία ήταν κάτι που χρειαζόταν», αναφέρει.
«Τώρα θα διαπιστώσει ότι είναι αδύναμος όσο ποτέ απέναντι στους Ρώσους και θεωρείται σίγουρο ότι ο Πούτιν θα το εκμεταλλευτεί στο έπακρο. Η μόνη εκκρεμότητα είναι το τίμημα που ο Ερντογάν θα πρέπει να πληρώσει».
Ηδη οι χθεσινές, ξεχωριστές συναντήσεις των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας Ρωσίας, Τουρκίας και Ιράν για το Συριακό στη Μόσχα κατέληξαν -απόντων των Αμερικανών- σε συμφωνία για την υιοθέτηση, ως εγγυητριών δυνάμεων, ενός οδικού χάρτη για τον τερματισμό της αιματοχυσίας και την κατάπαυση του πυρός σε όλη τη Συρία.
Στο πνεύμα της λεγόμενης «Διακήρυξης της Μόσχας» προωθούνται μάλιστα άμεσα ειρηνευτικές συνομιλίες στην Αστάνα του Καζακστάν μεταξύ του ενισχυμένου -μετά την ανακατάληψη του Χαλεπιού- καθεστώτος Ασαντ και της αποδυναμωμένης πια μετριοπαθούς συριακής αντιπολίτευσης.
Αγνωστες παραμένουν πάντως προς ώρας οι αντιδράσεις των βασικών πρωταγωνιστών, τόσο σε αυτήν την προοπτική, όσο και στην προωθούμενη επανέναρξη των «παγωμένων» διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στις 8 Φεβρουαρίου, στη Γενεύη.
Οπως και να ᾽χει, «η Ρωσία χρειάζεται την Τουρκία στη στήριξη του Ασαντ ή τουλάχιστον να συμφωνήσει στην παραμονή του στην προεδρία για τη μεταβατική περίοδο μέχρι να γίνουν εκλογές», παρατηρεί ο Ζβι Μπαρέλ, έγκριτος αναλυτής της Haaretz.
«Τυχόν επίτευξη ανάλογης συμφωνίας», γράφει, «σημαίνει ότι αντικαθεστωτικοί μαχητές, που χρηματοδοτούνται από την Τουρκία και μέχρι τώρα μάχονταν κατά του Ασαντ θα πρέπει να καταθέσουν τα όπλα ή τουλάχιστον να στοχεύουν αποκλειστικά κατά του “Ι.Κ.”».
Αυτό, δε, προωθείται στο πλαίσιο «μιας ανεπίσημης συμφωνίας», υποστηρίζει στους New York Times ο Ααρόν Στάιν, ειδικός αναλυτής του Ινστιτούτου Atlantic Council. Την αποκαλεί «Χαλέπι έναντι Αλ Μπαμπ».
Ητοι, εξηγεί, η Ρωσία και ο Ασαντ πήραν το Χαλέπι υπό τη σιωπηρή συναίνεση του Ερντογάν, με την Τουρκία και τους αντικαθεστωτικούς συμμάχους της να αναλαμβάνουν τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας πόλης Αλ Μπαμπ της Βόρειας Συρίας, στα ανατολικά του Ευφράτη, ως «σφήνα» στα συρο-κουρδικά καντόνια.
Ηδη χθες ο Τούρκος πρωθυπουργός Γιλντιρίμ προανήγγειλε επέκταση της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης στη βόρεια Συρία, ανακοινώνοντας ότι οι καμικάζι των τελευταίων επιθέσεων στην Κωνσταντινούπολη και στην Καισάρεια είχαν εκπαιδευτεί από τους Σύρους Κούρδους στο Κομπάνι.
Στο μεσοδιάστημα, ο συριακός στρατός προειδοποιούσε χθες από τα μεγάφωνα όσους αντικαθεστωτικούς παραμένουν στο ανατολικό Χαλέπι να το εγκαταλείψουν, καθώς επίκειται άμεσα επιχείρηση για την εκκαθάρισή του.
Οσο για την -κατόπιν εορτής, καθώς φαίνεται- ανάπτυξη παρατηρητών του ΟΗΕ, που ενέκρινε προχθές το Συμβούλιο Ασφαλείας;
Ο Σύρος πρέσβης στα Ηνωμένα Εθνη υποστήριξε ότι αποφασίστηκε, λόγω της πρεμούρας ξένων δυνάμεων να απομακρύνουν πράκτορες και συμβούλους τους από το ανατολικό Χαλέπι.
Κατονόμασε μάλιστα 12 άτομα από ΗΠΑ, Τουρκία, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Ιορδανία και Μαρόκο. «Θα τους πιάσουμε», υποσχέθηκε, «και θα σας τους παρουσιάσουμε»…
