Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΡΩΜΗ

Είναι από τα απρόβλεπτα που συμβαίνουν παρά τα αυστηρά πρωτόκολλα και τον σχεδόν απόλυτο έλεγχο της κατάστασης σε αρκετές επίσημες συναντήσεις. Αυτήν τη φορά, τις συνέπειες πλήρωσε η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι. Μετά τις δηλώσεις των Ευρωπαίων ηγετών προς τον Τύπο στη συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ και ενώ οι δημοσιογράφοι αποχωρούσαν από την αίθουσα, η ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση αποκάλυψε έναν ενδιαφέροντα διάλογο.

Οπως πρόσεξε ο απεσταλμένος της εφημερίδας La Stampa, ένας από τους «συναδέλφους» του πλανητάρχη, ο οποίος βρισκόταν δίπλα του ενώ απομακρύνονταν οι δημοσιογράφοι, τον ρώτησε (χωρίς να μπορεί να διακρίνει κανείς για ποιον πολιτικό πρόκειται) «αν αντιμετωπίζει παρόμοιες καταστάσεις κάθε μέρα». Ο Τραμπ απάντησε «ναι, κάθε μέρα» και αμέσως μετά, σε εύθυμο τόνο, παρενέβη η Ιταλίδα πρωθυπουργός, η οποία σχολίασε: «Μα του αρέσει, του αρέσει πολύ, το κάνει πάντα… Εγώ δεν θέλω ποτέ να μιλάω με τον Τύπο της χώρας μου».

Μέσα σε λίγα λεπτά, η φράση αυτή της προέδρου των Αδελφών της Ιταλίας προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στη Ρώμη. Η γραμματέας της Ιταλικής Ομοσπονδίας Τύπου, Αλεσάντρα Κοστάντε, δήλωσε ότι «η Μελόνι έχει αντικαταστήσει τις συνεντεύξεις Τύπου με online μονολόγους, χωρίς αντιπαράθεση και ερωτήσεις» και πως «μόνη εξαίρεση είναι η συνέντευξη Τύπου στο τέλος του κάθε έτους, στην οποία, όμως, ζητούν από τους δημοσιογράφους να καταθέτουν νωρίτερα τις ερωτήσεις τους».

Η «εξομολόγηση» της Ιταλίδας πρωθυπουργού προκάλεσε και την άμεση παρέμβαση βουλευτών και αρχηγών κομμάτων. Οι ριζοσπάστες την κατηγόρησαν ότι «επιβεβαίωσε την απόλυτη έλλειψη σεβασμού προς τον Τύπο και την ελευθεροτυπία», ενώ ο Κάρλο Καλέντα, κεντρώος, πρώην υπουργός Παραγωγικών Δραστηριοτήτων και αρχηγός του κόμματος «Δράση», συμπλήρωσε ότι «ο ηγέτης μιας δημοκρατικής χώρας δεν φοβάται τον Τύπο και γνωρίζει καλά ότι πρέπει να βρίσκεται σε διάλογο με όλα τα μέσα ενημέρωσης». Σύμφωνα, δε, με το κεντρώο, πάντα, κόμμα Ζωντανή Ιταλία, «τη στιγμή που η Μελόνι απορρίπτει τον διάλογο και τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, απορρίπτει την ίδια τη δημοκρατία».

Μέχρι τώρα, η επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης δεν θέλησε να απαντήσει στις κριτικές. Εχει αποδείξει, άλλωστε, ότι προτιμά να επικοινωνεί μέσω διαδικτύου, με βίντεο και αναρτήσεις, και να απαντά σε ερωτήσεις μόνον πριν από την έναρξη και μετά τη λήξη των ευρωπαϊκών συνόδων κορυφής. Μόνη εξαίρεση, οι λιγοστές συνεντεύξεις σε μεγάλες εφημερίδες της χώρας της, κυρίως όταν υπάρχει μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση σε εξέλιξη. Είναι ξεκάθαρο ότι δύσκολα θα αλλάξει στρατηγική, παρά το ότι οι δυο κυβερνητικοί της σύμμαχοι (τόσο ο Ματέο Σαλβίνι από τη Λέγκα όσο και ο Αντόνιο Ταγιάνι της Φόρτσα Ιτάλια) εμφανίζονται πιο ανοιχτοί στον διάλογο με τον Τύπο.

Η Μελόνι θεωρεί, προφανώς, ότι έχει επικοινωνιακό χάρισμα και ότι δεν πρέπει να τον σπαταλά σε διαλόγους με δημοσιογράφους. Με την τελευταία «αποκάλυψή της» στην Ουάσινγκτον, όμως, επιβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται για μια πρακτική που οφείλεται στο φορτωμένο πρόγραμμά της, όπως επιμένουν, συχνά, αρκετοί συνεργάτες της. Εδειξε ότι πρόκειται για ξεκάθαρη, στρατηγική επιλογή. Για μια γραμμή που υιοθέτησε όταν έγινε πρωθυπουργός διότι, πριν από το 2022, η στάση της προς τον Τύπο ήταν εντελώς διαφορετική. Δεν απέφευγε, αλλά, αντίθετα, επιδίωκε την προβολή. Η όλη αυτή αλλαγή, για όποιον θέλει να αυτοχαρακτηρίζεται –όπως κάνει συχνά η Μελόνι– «αουτσάιντερ της πολιτικής», δεν μπορεί παρά να προκαλέσει εύλογες απορίες και προβληματισμούς. Μέχρι τώρα ξέραμε ότι η δημοσιογραφία απειλείται από την τεχνητή νοημοσύνη. Τώρα επιβεβαιώνεται ότι την έχουν «βάλει σοβαρά στο μάτι» και αρκετοί πολιτικοί.