Τέσσερις ημέρες πριν τα πρώτα γενέθλια της κυβέρνησης του, ο πρωθυπουργός του Βελγίου Σαρλ Μισέλ βρίσκεται αντιμέτωπος με την οργή των εργαζομένων. Με ογκώδεις διαδηλώσεις τα συνδικάτα ζητούν να σταματήσουν αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» που μειώνουν τα εισοδήματα των φτωχών, αφήνοντας τους πλούσιους στο απυρόβλητο.
Σύμφωνα με τους διοργανωτές 100.000 έχουν κατέβει στους δρόμους με πανό που απεικονίζουν πιάτα γεμάτα με ψίχουλα και βασικό σύνθημα: «Για μας τίποτα, μόνο ψίχουλα».
Παρότι η αστυνομία υπολογίζει τον κόσμο σε 80.000, το βέβαιο είναι ότι είναι μια από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις που έχουν διοργανωθεί τα τελευταία χρόνια στην χώρα.
Σύμφωνα με το πρώτο κανάλι της βελγικής τηλεόρασης σημειώθηκαν μεμονωμένα επεισόδια μεταξύ λιμενεργατών, που έφτασαν στις Βρυξέλλες από την Αμβέρσα, και ανδρών των δυνάμεων ασφαλείας.
Λόγω των απεργιακών κινητοποιήσεων ακινητοποιήθηκαν τα μέσα μαζικής μεταφοράς, ενώ πολλά σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτούργησαν. Την Παρασκευή έχει προκηρυχθεί πανεθνική απεργία στους σιδηροδρόμους.
Στις 6 Νοεμβρίου 2014 είχε πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες άλλη μια ογκώδης διαδήλωση κατά των μέτρων λιτότητας.
Έκτοτε, οι διεκδικήσεις των συνδικάτων δεν έχουν αλλάξει καθώς ουσιαστικά δεν έχουν πετύχει πολλά πράγματα.
Αντιθέτως, τον περασμένο Ιούλιο εγκρίθηκε οριστικά –παρά τις αντιρρήσεις τους– η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 66 χρόνια μέχρι το 2025 και στα 67 το 2030, από 65 που είναι σήμερα, ενώ γίνονται πιο αυστηρές οι προϋποθέσεις για την χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας και παγώνει η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει επίσης να αυξήσει στο 21% τον ΦΠΑ για το ηλεκτρικό ρεύμα (είχε μειωθεί στο 6% το 2013), αλλά και τους φόρους στον καπνό, το αλκοόλ και τα αναψυκτικά, ευελπιστώντας ότι θα γεμίσουν τα δημόσια ταμεία με 700 εκατομμύρια ευρώ το 2016.
«Συνασπισμός καμικάζι»
Από τότε που ανέλαβε ο Μισέλ και η συμμαχία του την εξουσία τον Οκτώβριο του 2014, η ομοσπονδιακή διοίκηση- γνωστή στους Βέλγους ως «Μισέλ I» ή «συνασπισμός καμικάζι»- έχει εγκαταλείψει τον παραδοσιακό χώρο του κέντρου και ο συνεκτικός κρίκος μεταξύ των τεσσάρων κομμάτων που συγκυβερνούν είναι οι κεντροδεξιές έως δεξιές οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
Ο Μισέλ και οι σύμμαχοι του υποστηρίζουν ότι η στρατηγική τους αποδίδει. Κατά μια έννοια φαίνεται ότι αποδίδει δεδομένου ότι η κυβέρνηση έχει καταφέρει να παραμείνει στην εξουσία για ένα χρόνο, σε μια χώρα που κρατάει το παγκόσμιο ρεκόρ αδυναμίας να συγκροτήσει κυβέρνηση.
Κατά τα άλλα, όμως, με τις μεταρρυθμίσεις της έχει εξοργίσει την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων. «Η κυβέρνηση μειώνει μεν την φορολόγηση της εργασίας» λέει στο Politico ο οικονομολόγος και καθηγητής Gert Peersman, «και ως αντίμετρο αυξάνει την φορολογία της κατανάλωσης και προχωρά σε περικοπές στο δημόσιο».
Παρότι η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η στρατηγική αποδίδει, ακόμα δεν έχει να υπερηφανευτεί για τίποτα. Το αντίθετο: παρά τα μέτρα που υποτίθεται ότι θα τόνωναν την ανάπτυξη, το Βέλγιο σήμερα μέτρα 37.800 περισσότερους ανέργους από πέρσι.
Οι μεταρρυθμίσεις στην φορολογία, για παράδειγμα, είναι περιορισμένες. «Παρότι στις εξαγγελίες έκαναν λόγο για ριζικές αλλαγές», λέει ο Peersman, «εάν πρόκειται μόνο για τα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί, είναι πολύ λίγα».
Ειδικά οι χαμηλόμισθοι δεν θα δουν διαφορές, υποστηρίζει, παρότι είναι αυτή η κατηγορία των εργαζομένων που υποφέρει περισσότερο από το υψηλό κόστος εργασίας, ενώ πολλοί αναρωτιούνται εάν μετά τις περικοπές στις κρατικές δαπάνες θα υπάρχουν χρήματα και μέσα για να γίνουν επενδύσεις στην ανάπτυξη.
Ενα πράγμα που μετά βεβαιότητος φαίνεται ότι έχει καταφέρει η κυβέρνηση είναι να συσπειρώσει την αντιπολίτευση.
Και εκτός από τα κόμματα, δυναμική φαίνεται αποκτά και ένα κοινωνικό κίνημα που αποκαλείται «Καρδιά πάνω από την Σκληρότητα», που έχει στόχο να συντονίσει την απάντηση των πολιτών απέναντι στις «νεο-φιλελεύθερες» πολιτικές.
«Εάν δεν είχαμε αυτή την κυβέρνηση, το κίνημα μας δεν δεν έκανε τόσο καλό ξεκίνημα» λέει ο Wouter Hillaert, η κινητήρια δύναμη πίσω από την πρωτοβουλία.
