ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιώργος Τσιάρας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tραγωδία χωρίς τέλος στη Μαριούπολη, οι περικυκλωμένοι Ουκρανοί υπερασπιστές της οποίας αρνήθηκαν και χθες να παραδοθούν και πολεμούν οχυρωμένοι στο κέντρο της, όπου παραμένουν εγκλωβισμένοι ανάμεσά τους δεκάδες χιλιάδες πολίτες. Ακολουθώντας τις εντολές της ουκρανικής κυβέρνησης, η ηγεσία του ακροδεξιού συντάγματος της εθνοφρουράς «Αζόφ» και άλλων μονάδων που μάχονται στην πόλη απέρριψαν χθες το πρωί το τελεσίγραφο των Ρώσων για έξοδο προς την ουκρανική (ακόμη…) πόλη Ζαπορίζια χωρίς τα όπλα τους, επιμένοντας πως θα πολεμήσουν μέχρις εσχάτων και ζητώντας «πυρομαχικά, αντιαρματικούς και αντιαεροπορικούς πυραύλους» για να συνεχίσουν τη μάχη «μέχρι τη νίκη».

Μάχη μέχρις εσχάτων

Η αντιπρόεδρος της ουκρανικής κυβέρνησης Ιρίνα Βερεστσούκ, μια πολιτικός από τη δυτική Ουκρανία, το πραγματικό αξίωμα της οποίας είναι «Υπουργός για την Επανενσωμάτωση των Προσωρινά Κατεχόμενων Περιφερειών» (sic), δηλαδή της Κριμαίας και του Ντονμπάς, δήλωσε ρητά από τα χαράματα χθες πως «δεν υπάρχει καμία περίπτωση οποιασδήποτε παράδοσης, ούτε κατάθεσης των όπλων», και κατηγόρησε τη ρωσική πλευρά πως δεν ανοίγει ανθρωπιστικό διάδρομο ώστε να επιτραπεί στους αμάχους που εξακολουθούν να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στη Μαριούπολη -υπολογίζεται ότι περίπου 350.000 άνθρωποι βρίσκονται στην πόλη- να φύγουν.

Την ίδια ώρα, το ρωσικό πρακτορείο Interfax επικαλείται δηλώσεις του Ντένις Πουσίλιν, του ηγέτη των αυτονομιστών της αποσχισθείσας Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι οι μάχες ξανάρχισαν μετά την απόρριψη του τελεσιγράφου και ότι ίσως θα χρειαστεί πάνω από μία εβδομάδα για να πάρουν οι Ρώσοι τον έλεγχο της πολιορκημένης Μαριούπολης. Ο Πουσίλιν κατηγόρησε και πάλι τους άνδρες του νεοναζιστικού «Αζόφ» ότι κρατούν χιλιάδες αμάχους ως ομήρους ώστε να αποφύγουν τον βομβαρδισμό, και τόνισε ότι «δεν είμαι τόσο αισιόδοξος ότι δυο ή τρεις ημέρες ή ακόμη και μία εβδομάδα θα κλείσουν το ζήτημα. Δυστυχώς όχι, η πόλη είναι μεγάλη».

Σύμφωνα με την ενημέρωση του γαλλικού υπουργείου Αμυνας, πάντως, οι εναπομείναντες μαχητές του «Αζόφ» έχασαν πλέον και την τελευταία πρόσβαση στην Αζοφική θάλασσα και βρίσκονται κυριολεκτικά ταμπουρωμένοι σε μια ζώνη διαμέτρου μερικών χιλιομέτρων, που περιλαμβάνει και τη μεγάλη χαλυβουργία «Αζοφστάλ». Ενώ όμως στη Μαριούπολη οι ρωσόφωνοι πολιτοφύλακες του Ντονέτσκ και Ουκρανοί εθνικιστές γράφουν από κοινού την τελευταία πράξη μιας αγριότατης μάχης που ξεκίνησε ουσιαστικά με την «ανακατάληψη» της πόλης και των γύρω χωριών από τους δεύτερους το 2014-15, και έχει εξελιχτεί σε βαλκανικού τύπου «βεντέτα» με αμέτρητες απώλειες αθώων αμάχων, σκληρές συγκρούσεις συνεχίζονται σε όλο το μέτωπο του Ντονμπάς, με τους Ρώσους να παίρνουν τον έλεγχο του Σλαντκόε, της Νοβομιχάλκοβα και ιδίως του Βεκνετορετσκόγε, στην προσπάθειά τους να εξουδετερώσουν τις ουκρανικές μονάδες που παραμένουν εγκλωβισμένες εδώ και εβδομάδες στον θύλακα-καζάνι του Σεβεροντονέτσκ.

Οι συγκρούσεις κατά μήκος του ποταμού Ντονέτσκ και η προσπάθεια για κατάκτηση της βαριά οχυρωμένης αυτής περιοχής, από το Χάρκοβο στον Βορρά ώς την Αζοφική στο Νότο, είναι εξ αρχής το πραγματικό μέτωπο αυτού του πολέμου, σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, και οι Ρώσοι επιτελείς δείχνουν αποφασισμένοι να τελειώσουν αυτή τη μάχη μέσα στις ερχόμενες ημέρες, εκτιμώντας πως η διάλυση του ουκρανικού στρατού θα οδηγήσει στη συνθηκολόγηση της πολιτικής ηγεσίας χωρίς να απαιτηθεί η μετωπική έφοδος στις περικυκλωμένες πόλεις.

Αργά το απόγευμα ωστόσο, σε ακόμη ένα διάγγελμά του, ο Ζελένσκι τόνισε πως ο ίδιος και η Ουκρανία δεν θα υποκύψουν ποτέ σε τελεσίγραφα από τη Ρωσία και δεν θα παραδώσει ποτέ το Κίεβο, τη Μαριούπολη ή το Χάρκοβο. «Εχουμε ένα τελεσίγραφο με σημεία. “Ακολουθήστε τα και μετά θα τελειώσουμε τον πόλεμο”, μας λένε. Αλλά η Ουκρανία δεν μπορεί να εκπληρώσει το τελεσίγραφο». Ανάρτησε μάλιστα και ένα επικολυρικό ποίημα, με το οποίο διαβεβαιώνει τον λαό του πως «θα υπάρξουν νέες πόλεις, θα υπάρξουν νέα κτίρια, μαζί θα γιορτάσουμε ξανά»… Αργότερα όμως, σε συνέντευξή του στην ουκρανική τηλεόραση πρόσθεσε, στέλνοντας πιθανότατα και ένα μήνυμα στο εσωτερικό της κυβέρνησης και του επιτελείου του, πως τυχόν συμβιβασμός με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου δεν έχει νομική βάση και θα πρέπει να ψηφιστεί από τους Ουκρανούς σε δημοψήφισμα.

Η έκδηλη ανησυχία του Ζελένσκι δεν έχει βέβαια τόσο να κάνει με την (έτσι κι αλλιώς καταδικασμένη) Μαριούπολη, όσο με τις δραματικές εξελίξεις στο Κιέβο, όπου οι ρωσικές δυνάμεις περικυκλώνουν πλέον και τη μοναδική έξοδο που έχει απομείνει προς τον Νότο, αλλά και την προέλαση των Ρώσων από το Μικολάιβ προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Κρίιβι Ριβ, στη δεξιά (δυτική) όχθη του Δνείπερου και κυριολεκτικά στο κέντρο της χώρας. Η ουκρανική πρωτεύουσα, όπου παραμένουν παγιδευμένοι περισσότεροι από δυο εκατομμύρια άμαχοι, προετοιμάζεται για σοβαρές μάχες τις επόμενες ημέρες, με τον δήμαρχο Βιτάλι Κλίτσκο να ανακοινώνει ενισχυμένη απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 20.00 τοπική ώρα της Δευτέρας ώς τις 7 το πρωί της Τετάρτης.

Χθες τη νύχτα ένα νέο πυραυλικό πλήγμα των Ρώσων, πιθανότατα με βαλλιστικό πύραυλο «Ισκαντέρ», κατέστρεψε ένα μεγάλο, πολυώροφο εμπορικό κέντρο στη συνοικία Ποντίλσκι, στα βορειοδυτικά περίχωρα του Κιέβου, σκοτώνοντας τουλάχιστον οκτώ ανθρώπους. Οι Ουκρανοί κατήγγειλαν αμέσως τη Ρωσία πως σημαδεύει σκόπιμα πολιτικούς στόχους, αλλά περίοικοι γειτονικού κτιρίου δήλωσαν πως είχαν δει έναν αυτοκινούμενο εκτοξευτήρα πολλαπλών πυραύλων να βάλλει από το πάρκινγκ του mall -γεγονός που φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από βίντεο drone που παρουσίασε λίγες ώρες αργότερα το ρωσικό υπουργείο Αμυνας.

Σύμφωνα με τους Ρώσους, το εμπορικό κέντρο Retroville και οι υπόγειες αποθήκες του «χρησιμοποιούνταν ως μια μεγάλη βάση για την αποθήκευση ρουκετών και για την επανόπλιση εκτοξευτών πολλαπλών ρουκετών». Μια άλλη είδηση, πάλι από το Κίεβο, αφορά την κατάληψη από τις ρωσικές δυνάμεις ενός οχυρωμένου, υπόγειου κέντρου διοίκησης του ουκρανικού στρατού στη Νικολάεβκα, μια συνοικία πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης. Ο Ρώσος εκπρόσωπος υποστήριξε ότι 61 στρατιωτικοί, μεταξύ των οποίων και περισσότεροι από 30 ανώτεροι αξιωματικοί, παραδόθηκαν.