Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο αριθμός των νεκρών παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα: την εβδομάδα που αφήνουμε πίσω μας, ο αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τους οκτακόσιους και οι Ιταλοί ξανάζησαν τον εφιάλτη της περασμένης Ανοιξης. Το σχετικά παρήγορο είναι ότι οι υπόλοιποι δείκτες (αρχίζοντας από εκείνον των εισαγωγών στις μονάδες εντατικής θεραπείας και στους θαλάμους των νοσοκομείων) άρχισαν να πέφτουν, κάτι που επιτρέπει στους επιστήμονες να δηλώνουν «συγκρατημένα αισιόδοξοι».

Η ιταλική δημόσια τηλεόραση RAI, βέβαια, συνεχίζει να μεταδίδει εκκλήσεις για «στρατολόγηση» στη μάχη κατά του Covid-19 εν ενεργεία και συνταξιούχων γιατρών. Κάτι που επιβεβαιώνει ότι η χώρα δεν προετοιμάστηκε επαρκώς, και κυρίως εγκαίρως, για την αντιμετώπιση του δεύτερου αυτού κύματος. Στο μεταξύ, έπειτα από τρεις εβδομάδες σκληρής δοκιμασίας και υπεράνθρωπων προσπαθειών των γιατρών και όλου του νοσηλευτικού προσωπικού, η ουρές στα επείγοντα περιστατικά άρχισαν να μειώνονται και να μην παρατηρείται συχνά πλέον έλλειψη σε φιάλες οξυγόνου, κυρίως στα φαρμακεία.

Η προσοχή, λοιπόν, άρχισε να στρέφεται στην επόμενη φάση και στο κατά πόσον θα μπορέσει να υπάρξει μια σχετική «χαλάρωση» των περιοριστικών μέτρων. Το τελευταίο κυβερνητικό διάταγμα που υπέγραψε ο Κόντε λήγει στις 3 Δεκεμβρίου και αναμένεται να ακολουθήσει μια περίοδος «μερικής επιστροφής στην καθημερινότητα».

Η κυβέρνηση της Ρώμης επιβεβαιώνει ότι θα αυξηθεί το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων την περίοδο πριν από τα Χριστούγεννα και ότι μπορεί να ανοίξουν και πάλι τα διάφορα εμπορικά κέντρα τα Σαββατοκύριακα. Πρέπει να υπογραμμιστεί, όμως, ότι ήδη αυτή την περίοδο, τις καθημερινές, οι ουρές πελατών άρχισαν να αυξάνονται: παρήγορο για τη μερική ανάκαμψη της οικονομίας, προβληματικό και δυσοίωνο για την υγειονομική κατάσταση, μια που συχνά δεν τηρούνται οι αποστάσεις ασφαλείας.

Παράλληλα, οι περιφέρειες ζήτησαν από την κυβέρνηση να μην ξαναλειτουργήσουν τα Λύκεια και τα Γυμνάσια της χώρας από τη δεύτερη εβδομάδα του Δεκεμβρίου (όπως είχε διαρρεύσει έπειτα από το τελευταίο υπουργικό συμβούλιο) αλλά οι μαθητές να παραμείνουν σε εξ αποστάσεως διδασκαλία τουλάχιστον έως το τέλος των γιορτών.

Ενας από τους κύριους λόγους είναι ότι στην πραγματικότητα δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική προσπάθεια για την ενίσχυση των τοπικών μέσων μαζικής μεταφοράς και μόλις ο κόσμος ξαναρχίσει να πηγαίνει κανονικά στη δουλειά και οι μαθητές στα σχολεία τους θα ξαναδούμε λεωφορεία και μετρό ασφυκτικά γεμάτα.

Υπάρχουν, βέβαια, και επιμέρους προβλήματα. Ο Τζουζέπε Κόντε έχει επαναλάβει, με κάθε τρόπο και σε κάθε γλώσσα, ότι φέτος τα Χριστούγεννα επιβάλλεται να γιορταστούν δίνοντας βάρος στον πνευματικό, πραγματικό τους χαρακτήρα.

Στο ρεβεγιόν, σε κάθε σπίτι, δεν θα πρέπει να συμμετάσχουν πάνω από έξι ή το πολύ οκτώ άτομα, αν και η κυβέρνηση δεν έκανε ακόμη τη σχετική οριστική σύσταση. Την ίδια ώρα, όμως, υπάρχουν και κάποια άλλα θέματα που άπτονται της θρησκευτικής διάστασης της γιορτής. Ο κόσμος, για παράδειγμα, θα πρέπει να πάει στην εκκλησία για την παραδοσιακή μεσονύκτια λειτουργία των καθολικών;

Εντύπωση προκάλεσε η δήλωση του υπουργού Περιφερειακών Θεμάτων Φραντσέσκο Μπότσια, ο οποίος, έπειτα από συνάντησή του με τους εκπροσώπους των περιφερειών της χώρας, δήλωσε στους δημοσιογράφους:

«Το να γεννηθεί, φέτος, ο Ιησούς Χριστός δύο ώρες νωρίτερα ή να τελεσθεί νωρίτερα η μεσονύκτια λειτουργία δεν θεωρώ ότι αποτελεί αίρεση. Το λέω εγώ, που πιστεύω στον Θεό. Είναι αίρεση να μη νιώθουμε τον πόνο των αρρώστων και να μην κατανοούμε την προσπάθεια των γιατρών».

Είναι σαφές ότι αναζητούνται ευρηματικές εναλλακτικές λύσεις σε ευρεία κλίμακα. Αλλά, όπως ορθώς υπογράμμισαν πολλοί σχολιαστές, το θέμα δεν είναι τι ώρα θα οριστεί η λειτουργία, αλλά το αν θα προκληθεί συνωστισμός, κυρίως έξω από τους ναούς.

Υπάρχει μια κάποια αισιοδοξία, πάντως, ότι και στο θέμα αυτό θα μπορέσει να υπάρξει συμφωνία με την εκκλησιαστική ηγεσία, όπως συνέβη και για τις συνθήκες ασφαλείας, κατά την τέλεση της λειτουργίας και, κυρίως, την κοινωνία των πιστών. Διότι η κυβέρνηση Κόντε δεν ξεκίνησε τον διάλογο με τη Συνέλευση των Καθολικών Επισκόπων Ιταλίας, αλλά κατευθείαν με τον πάπα Φραγκίσκο και τους στενούς του συνεργάτες, αποφεύγοντας, πιθανότατα, με τον τρόπο αυτό, υπερβολικές αγκυλώσεις και εμπόδια.