«Το γεγονός πως ο πρωθυπουργός μιας χώρας δολοφονήθηκε συνιστά εθνικό τραύμα. Τώρα έχω μια ελπίδα πως η πληγή μπορεί να επουλωθεί». Με αυτά τα λόγια απευθύνθηκε χθες στη μουδιασμένη κοινωνία της Σουηδίας ο Σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός της, Στέφαν Λέβεν, λίγη ώρα μετά την εισαγγελική ανακοίνωση του ονόματος του -νεκρού πλέον- βασικού υπόπτου για την εκτέλεση του ομοϊδεάτη προκατόχου του, Ούλοφ Πάλμε, και της απόφασης να κλείσει (μέχρι νεωτέρας τουλάχιστον) η πολύκροτη -όσο και διάτρητη- έρευνα για τη σκοτεινή υπόθεση που στοιχειώνει τη σκανδιναβική χώρα επί 34 χρόνια.
Οπως ανήγγειλε λοιπόν ο επικεφαλής εισαγγελέας της Σουηδίας, Κρίστερ Πέτερσον, ο άνθρωπος που πυροβόλησε πισώπλατα και σκότωσε τον Πάλμε στις 28 Φεβρουαρίου του 1986 σε πολυσύχναστο δρόμο της Στοκχόλμης, καθώς εκείνος επέστρεφε από σινεμά με τη σύζυγό του Λίζμπετ χωρίς τους σωματοφύλακές του, ήταν πιθανότατα ο Στιγκ Ενγκστρομ – γνωστός και ως «ο άνθρωπος της Skandia», όπως τον αποκαλούσαν σουηδικά ΜΜΕ επειδή δούλευε μέχρι αργά σε κτίριο της ασφαλιστικής εταιρείας κοντά στον τόπο του εγκλήματος εκείνη τη μοιραία νύχτα.
Πρωτοφανές σοκ
Η δολοφονία του 59χρονου χαρισματικού πρωθυπουργού είχε προκαλέσει πρωτοφανές σοκ στην ασφαλή και φιλήσυχη, σε γενικές γραμμές, χώρα που λέγεται χαρακτηριστικά πως έχασε έκτοτε την αθωότητά της. Ο 52χρονος τότε Ενγκστρομ, ο οποίος φέρεται να αυτοκτόνησε το 2000, είχε εγείρει εξ αρχής υποψίες έχοντας καταθέσει ως μάρτυρας για το φονικό, αφού άλλαζε διαρκώς όσα ισχυριζόταν και έπεφτε σε απανωτές αντιφάσεις.
Αρκετοί αυτόπτες μάρτυρες είχαν δει έναν άντρα που του έμοιαζε να φεύγει τρέχοντας από το σημείο, χωρίς κανένας να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του πως έσπευσε να δώσει τις πρώτες βοήθειες στον αιμόφυρτο Πάλμε αλλά αποχώρησε προτού φτάσουν αστυνομικοί. Αλλά κρίσιμα στοιχεία, που αγνοήθηκαν επιδεικτικά από την αστυνομία, ήταν πως ο Ενγκστρομ είχε πρόσβαση σε όπλα, είχε λάβει στρατιωτική εκπαίδευση, ήταν μέλος σε λέσχη σκοποβολής, είχε πρόβλημα με το αλκοόλ και οικονομικές δυσχέρειες.
«Αποτελούσε επίσης μέρος ενός κύκλου ατόμων που ήταν εξαιρετικά επικριτικός προς τον Ούλοφ Πάλμε και τις πολιτικές του», υπογράμμισε ο εισαγγελέας, αφήνοντας να εννοηθεί πως η δολοφονία ίσως είχε πολιτικά κίνητρα. Δήλωσε πάντως «σίγουρος» για τα συμπεράσματά του, που καταλήγουν πως ο βασικός ύποπτος έδρασε μόνος.
«Δεν βρήκαμε τίποτα που να στοιχειοθετεί συνωμοσία, αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε εντελώς πως εκείνος ενδέχεται να αποτελούσε μέρος μιας συνωμοσίας» ανέφερε ο εισαγγελέας. «Επειδή είναι νεκρός, δεν μπορώ να απαγγείλω κατηγορίες σε βάρος του και συνεπώς αποφάσισα να κλείσω την έρευνα».
Το όπλο του εγκλήματος παραμένει άφαντο, αφού δεν ταυτοποιήθηκε κανένα από τα 788 που εξετάστηκαν. Σε βάθος ετών κατέθεσαν πάνω από 10.000 μάρτυρες, ενώ 134 άνθρωποι ομολόγησαν πως διέπραξαν το έγκλημα, χωρίς να τεκμηριωθεί ότι κάποιος εξ αυτών ήταν όντως ο εκτελεστής.
Η δε αστυνομία κατηγορήθηκε από την πρώτη στιγμή πως τα έκανε (εκούσια ή ακούσια) μαντάρα, καθώς -πέραν όλων των άλλων- το σημείο της δολοφονίας δεν σφραγίστηκε και αμέτρητοι περαστικοί αφέθηκαν να το προσεγγίσουν, με αποτέλεσμα να καταστραφούν πολύτιμα αποδεικτικά στοιχεία.
«Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει αυτό το ζήτημα θα ήταν φυσικά μια απόφαση δικαστηρίου. Είναι αναμφισβήτητα αληθές πως έγιναν λάθη στη διάρκεια των δεκαετιών που η υπόθεση βρισκόταν υπό διερεύνηση», παραδέχτηκε ο Λέβεν, υποστηρίζοντας πως η σουηδική κυβέρνηση ανέλαβε τις ευθύνες της για την αποτυχία να διαλευκανθεί το ειδεχθές έγκλημα όταν αποφασίστηκε το 2017 να αναλάβει την έρευνα ο Πέτερσον. «Νομίζω πως ο Ενγκστρομ ήταν ένοχος. Δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης, νομίζω πως είναι λογικό που έκλεισε η έρευνα», δήλωσε ο γιος του Πάλμε, Μάρτεν.
Σε αναλύσεις τους πάντως διεθνή ΜΜΕ αμφισβητούν αν η πληγή της δολοφονίας μπορεί πράγματι να επουλωθεί, επισημαίνοντας την οργή πολλών Σουηδών για το γεγονός αφ’ ενός πως ο βασικός ύποπτος δεν θα λογοδοτήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης και αφ’ ετέρου πως χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να καταλήξουν οι εισαγγελικές αρχές σε αυτό το πόρισμα, εξετάζοντας τα ογκώδη μεν, ίδια δε στοιχεία για την υπόθεση, αφού δεν έχουν προκύψει νέα.
«Κόκκινο πανί»
Ο Ούλοφ Πάλμε είχε υπάρξει «κόκκινο πανί» για την εποχή του, έχοντας προκαλέσει ουκ ολίγες έχθρες στο εγχώριο και διεθνές στερέωμα. Θεωρείται από τους αρχιτέκτονες του σουηδικού κοινωνικού κράτους, ενώ συγκαταλεγόταν στους σφοδρότερους επικριτές του πολέμου των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα τις κομμουνιστικές κυβερνήσεις της Κούβας και της Νικαράγουας.
Οι θεωρίες (συνωμοσίας και μη) ως προς το ποιος ευθύνεται για τη δολοφονία του έχουν κατά καιρούς εμπλέξει τις νοτιοαφρικανικές μυστικές υπηρεσίες, τη CIA, ακροδεξιούς πυρήνες στις τάξεις της σουηδικής αστυνομίας, ακόμα και το κουρδικό PKK, καθώς η κυβέρνηση Πάλμε το είχε κηρύξει «τρομοκρατική οργάνωση».
