Στον… αναπνευστήρα έχει μπει ουσιαστικά η κυβέρνηση Τζόνσον εν μέσω πανδημίας, καθώς η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του Βρετανού πρωθυπουργού σε συνδυασμό με την -άγνωστης διάρκειας- απουσία από τα καθήκοντά του προκαλούν εγχώρια και διεθνή ανησυχία.
Από τη μια για την προσωπική του περιπέτεια σε ανθρώπινο επίπεδο κι από την άλλη για την εφεξής κυβερνητική διαχείριση της σαρωτικής υγειονομικής κρίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο η οποία ήδη χαρακτηρίζεται φιάσκο: όχι μόνο λόγω της εγκληματικής καθυστέρησης στη λήψη περιοριστικών μέτρων εξαιτίας της αρχικής υιοθέτησης της «ανο(η)σίας της αγέλης», αλλά επειδή το -αποδυναμωμένο από τη μακροχρόνια λιτότητα των κυβερνήσεων των Τόρις- εθνικό σύστημα υγείας (NHS) ρίχτηκε σχεδόν άοπλο στον πόλεμο κατά του νέου κορονοϊού, χωρίς επαρκή μέσα προστασίας, ιατρικό εξοπλισμό και διαγνωστικά τεστ.
Οι διαψεύσεις

Μπορεί λοιπόν να διαψεύδεται επίσημα πως ο 55χρονος Μπόρις Τζόνσον βρίσκεται σε αναπνευστήρα, έχοντας περάσει την πρώτη του νύχτα στην εντατική του δημόσιου νοσοκομείου St. Thomas’ στο Λονδίνο (πολύ κοντά στην Ντάουνινγκ Στριτ και στο Γουεστμίνστερ) όπου εισήχθη την Κυριακή, το πατατράκ ωστόσο ανατροφοδοτεί τους φόβους και την έλλειψη εμπιστοσύνης αφ’ ενός για τους κυβερνητικούς χειρισμούς μπροστά στις εκατόμβες των θυμάτων και στο βουνό των προβλημάτων, αφ’ ετέρου για την ειλικρίνεια των ανακοινώσεων σχετικά με την υγεία του Τζόνσον, οι οποίες υπήρξαν έως τώρα ανακριβείς (για να το πούμε κομψά).
«Του χορηγείται το σύνηθες οξυγόνο και αναπνέει δίχως άλλη υποβοήθηση. Δεν χρειάστηκε μηχανικό αερισμό ούτε μη παρεμβατική αναπνευστική υποστήριξη», δήλωσε χθες εκπρόσωπος της Ντάουνινγκ Στριτ για τον πρωθυπουργό, διαψεύδοντας πως έχει διαγνωστεί με πνευμονία και έχει διασωληνωθεί.
Λέγεται επίσης πως δεν έχει υποβληθεί σε νάρκωση και διατηρεί τις αισθήσεις του, ούτως ώστε να φανεί πως κρατάει ακόμα το τιμόνι της χώρας, παρά τη σοβαρότητα της κατάστασής του και το αίτημα για ντε φάκτο αναπλήρωσή του από τον (φανατικό μπρεξιστή) υπουργό Εξωτερικών Ντόμινικ Ράαμπ, δεδομένης της ανυπαρξίας αντιπροέδρου της κυβέρνησης και της έλλειψης συνταγματικής πρόβλεψης για αντικατάσταση του πρωθυπουργού.
Καθώς δε και ο υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Μάικλ Γκόουβ, ανήγγειλε χθες πως μπαίνει σε κατ’ οίκον αυτοαπομόνωση επειδή μέλος της οικογένειάς του εμφανίζει ύποπτα συμπτώματα, διευκρινίστηκε πως σε περίπτωση ασθένειας και του Ράαμπ, τη θέση του θα αναλάβει προσωρινά ο επόμενος τη τάξει, υπουργός Οικονομικών Ρίσι Σούνακ.
Σκόπιμα όμως επί έντεκα μέρες -κατά τις οποίες ο Τζόνσον νοσούσε από Covid-19 εν μέσω έντονης φημολογίας στα ΜΜΕ πως είναι πιο σοβαρά άρρωστος απ’ όσο δημοσιοποιείται- και ο ίδιος και το πρωθυπουργικό γραφείο (που δεν φημίζονται έτσι κι αλλιώς για την ειλικρίνειά τους) επέμεναν πως έχει «ήπια συμπτώματα» βήχα και πυρετού και εξακολουθεί να εργάζεται σκληρά για τον βρετανικό λαό. Εκεί άλλωστε αποδίδεται η επιδείνωση της υγείας του και όχι στην επιπόλαιη υποτίμηση του κινδύνου. Οπως προκύπτει μάλιστα από χθεσινό ρεπορτάζ της Guardian, η πληροφορία πως ετοιμαζόταν κρεβάτι στο νοσοκομείο St. Thomas’ για τον Τζόνσον κυκλοφορούσε ήδη από την έβδομη μέρα της καραντίνας του στην Ντάουνινγκ Στριτ.
Το «κόκκινο κουτί»
Εκπρόσωποι και συνεργάτες του συνέχισαν ακάθεκτοι την τακτική των διαψεύσεων, διαβεβαιώνοντας μέχρι και λίγες ώρες πριν από την εισαγωγή του στην εντατική πως λάμβανε κυβερνητικά έγγραφα στο περίφημο «κόκκινο κουτί» του πρωθυπουργού. Απέρριψαν δε την υπόνοια για ειδική μεταχείριση του Τζόνσον, παρότι λέγεται πως κρατήθηκε προληπτικά σε εφεδρεία τουλάχιστον ένας αναπνευστήρας για εκείνον, όταν για τους απλούς πολίτες αυτά τα ζωτικά ιατρικά μηχανήματα είναι δυσεύρετα στα περισσότερα νοσοκομεία.
Στην καθιερωμένη απογευματινή συνέντευξη Τύπου ο Ράαμπ δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για την υγεία όχι απλά του «αφεντικού» του, όπως είπε, αλλά ενός συνάδελφου και φίλου, προβλέποντας πως ο Τζόνσον θα τα καταφέρει επειδή «είναι μαχητής». Οι αποφάσεις στο υπουργικό συμβούλιο θα λαμβάνονται συλλογικά, υπογράμμισε, αποφεύγοντας να διευκρινίσει πόσο θα κρατήσουν τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Οταν ρωτήθηκε δε για το αν θα υλοποιηθεί η φιλόδοξη υπόσχεση περί διενέργειας 100.000 διαγνωστικών τεστ ημερησίως μέχρι το τέλος Απριλίου και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη αν κάτι τέτοιο δεν καταστεί εφικτό, o Ράαμπ παρέπεμψε βολικά στον υπουργό Υγείας Ματ Χάνκοκ.
Το μούδιασμα στη βρετανική κοινωνία πάντως σίγουρα δεν περιορίζεται στο χτύπημα του νέου κορονοϊού στην καρδιά της Ντάουνινγκ Στριτ, αφού άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά σαν τα κουνούπια. Χωρίς να προσμετρώνται οι θάνατοι στην κοινότητα, οι νεκροί στα νοσοκομεία ανήλθαν χθες σε 6.159, σημειώνοντας νέο αρνητικό ρεκόρ αύξησης κατά 854 το προηγούμενο 24ωρο. Τα επιβεβαιωμένα κρούσματα είχαν ξεπεράσει τα 55.240 – πάντα μέχρι τον επόμενο σοκαριστικό απολογισμό.
