Το ηχηρότερο χαστούκι εδώ και σαράντα σχεδόν χρόνια, και συγκεκριμένα από το 1976, όταν ο γερουσιαστής Φρανκ Τσερτς είχε «στριμώξει» τη CIA ως επικεφαλής της ομώνυμης ερευνητικής επιτροπής για τις «μαύρες επιχειρήσεις» και τις εξωδικαστικές δολοφονίες της «Κόμπανι», δέχτηκε χτες το πανίσχυρο σύμπλεγμα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, ως αποτέλεσμα των κοσμοϊστορικών αποκαλύψεων του Εντουαρντ Σνόουντεν.
Πιο συγκεκριμένα, οι επαγγελματίες ωτακουστές της περιβόητης Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας (NSA) αναγκάστηκαν τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς Δευτέρα να σταματήσουν –τουλάχιστον… επισήμως– τη μαζική συλλογή μεταδεδομένων τηλεφωνικών κλήσεων και μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς η Γερουσία δεν κατέληξε σε συμφωνία για να αποτραπεί με νέο νόμο η εκπνοή του άρθρου 215 του Πατριωτικού Νόμου (Patriot Act), με βάση το οποίο νομιμοποιούνταν η μυστική «φάμπρικα» των παρακολουθήσεων.
Εννοείται πως η προσωρινή παύση λειτουργίας των «κοριών» αφορά μόνο τα metadata (χρόνος, διάρκεια, αριθμός κλήσης) από τις τηλεφωνικές κλήσεις των Αμερικανών πολιτών: για τον υπόλοιπο πλανήτη θεωρητικά δεν τίθεται νομικό ζήτημα, και οι παρακολουθήσεις συνεχίζονται κανονικά και με τον νόμο…
«Ο Πατριωτικός Νόμος εκπνέει απόψε», δήλωσε με ικανοποίηση ο Ραντ Πολ, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από το Κεντάκι, ο οποίος ηγήθηκε της διακομματικής ομάδας που μπλόκαρε με επιτυχία την εξέταση του νομοσχεδίου από την αρμόδια Επιτροπή Πληροφοριών της Γερουσίας, εκμεταλλευόμενος την πολύπλοκη νομοθετική διαδικασία στην αμερικανική Ανω Βουλή. Αντίθετα, ο πρόεδρος της επιτροπής Ρίτσαρντ Μπαρ επιτέθηκε ευθέως στο Πολ, κατηγορώντας τον –σε πλήρη σύμπνοια με μεγάλα ΜΜΕ όπως το Fox News– ότι «διευκολύνει τους τρομοκράτες», ενώ εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου χαρακτήρισε «ανεύθυνη» την εκπνοή της συλλογής τηλεφωνικών δεδομένων, και ζήτησε από τη Γερουσία να διασφαλίσει ότι «η νομική ισχύς του προγράμματος θα αποκατασταθεί το συντομότερο δυνατόν».
Να σημειωθεί ότι και ο Μπαράκ Ομπάμα πιέζει εδώ και αρκετές εβδομάδες το Κογκρέσο να επεκτείνει τις υπερεξουσίες της NSA, χωρίς αποτέλεσμα. Οπως αποδείχτηκε, ο Ομπάμα όχι μόνο γνώριζε την έκταση του εγχώριου αλλά και παγκόσμιου δικτύου παρακολούθησης, αλλά το είχε επανειλημμένα «νομιμοποιήσει» διά της σιωπής, συνεχίζοντας τη σχετική… παράδοση του προκατόχου του Τζορτζ Μπους μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. «Δυστυχώς, κάποιοι προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν αυτή τη δημόσια συζήτηση για να κερδίσουν πολιτικούς πόντους», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, «φωτογραφίζοντας» τον Ραντ Πολ αλλά και τους Δημοκρατικούς «κόγκρεσμεν» που συνεργάστηκαν μαζί του.
Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν μάλιστα πως ο Ομπάμα ίσως αναγκαστεί να παρέμβει με νέο προεδρικό διάταγμα- «γέφυρα» που θα επιτρέπει «προσωρινά» την επανάληψη των παρακολουθήσεων για λόγους εθνικής ασφαλείας, έως ότου καμφθούν οι αντιστάσεις του Πολ και μερικών ακόμη… αντιφρονούντων βουλευτών και γερουσιαστών. Αλλωστε η πλειοψηφία των βουλευτών και γερουσιαστών έχει ταχθεί αναφανδόν υπέρ της αναγκαιότητας λειτουργίας του «Μεγάλου Αδελφού»: Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί υποστήριξαν εξίσου το νομοσχέδιο που εκκρεμεί στη Γερουσία, τον Νόμο για την Ελευθερία των ΗΠΑ (USA Freedom Act), που παρατείνει για μερικούς μήνες τη συλλογή δεδομένων από την NSA, ενώ ενισχύει –στα χαρτιά– τον δικαστικό έλεγχο σε σχέση με την εκμετάλλευση δεδομένων από τις υπηρεσίες πληροφοριών.
Στάχτη στα μάτια
Ο νέος νόμος, που ψηφίστηκε ήδη από την (ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς) Βουλή των Αντιπροσώπων, χαρακτηρίζεται ευρέως «στάχτη στα μάτια» της κοινής γνώμης και υποστηρίζεται από τις μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις του Διαδικτύου και της πληροφορικής, η εικόνα των οποίων επλήγη από τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν για τη συστηματική συνεργασία τους με την NSA. Μεγαθήρια όπως η Google και η Verizon προσπαθούν να πείσουν το κοινό ότι η NSA τις… ξεγέλασε και ότι ως «παθητικοί συνεργοί» δεν φέρουν ευθύνη για τις αντισυνταγματικές παρακολουθήσεις, που καταργούν κάθε έννοια ιδιωτικού απορρήτου.
Τα επιχειρήματα υπέρ της συνέχισης των παρακολουθήσεων δεν έχουν πάντως αλλάξει καθόλου από την εποχή Μπους: «Νομίζω ότι οι τρομοκράτες παρακολουθούν πολύ στενά τι συμβαίνει στις ΗΠΑ. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να περιοριστεί το σύστημα παρακολούθησης, τη στιγμή που η τρομοκρατική απειλή είναι ιδιαίτερα ισχυρή», προειδοποίησε με νόημα ο διευθυντής της CIA Τζον Μπρέναν. «Θα ψηφίσουμε αυτή την εβδομάδα το νομοσχέδιο», δήλωσε από την πλευρά του και ο «σκληρός» γερουσιαστής του Τέξας Τεντ Κρουζ, υποψήφιος για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών στις προεδρικές εκλογές και εκλεκτός του Κόμματος του Τσαγιού.
Η εξέλιξη αυτή είναι μια συμβολική –και μόνον– νίκη για τον Εντουαρντ Σνόουντεν, τον πρώην τεχνικό υπολογιστών της NSA που αποκάλυψε το μέγεθος των κυβερνητικών προγραμμάτων ηλεκτρονικής παρακολούθησης. Πράγματι, μέχρι τον Ιούνιο του 2013 –όταν ξεκίνησε από την «Guardian» το γαϊτανάκι των αποκαλύψεων του Σνόουντεν, που πλέον ζει αυτοεξόριστος στη Ρωσία– ελάχιστοι γνώριζαν την έκταση του συστήματος παρακολουθήσεων, που είχε στηθεί από την κυβέρνηση Μπους και βασιζόταν στην εποπτεία ενός άκρως «συνεργάσιμου» μυστικού ομοσπονδιακού δικαστηρίου, με την επωνυμία FISA, παρακάμπτοντας το Κογκρέσο. «Δεν θα ήμασταν εδώ σήμερα χωρίς τις αποκαλύψεις του Σνόουντεν», παραδέχτηκε στους διαδρόμους του Καπιτωλίου ο Τζάστιν Αμας, ένας Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από το Μίσιγκαν που υποστήριξε το «μπλόκο» του Ραντ Πολ.
Τόσο ο –καταζητούμενος από τις ΗΠΑ– Σνόουντεν, σε πρόσφατη συνέντευξή του, όσο και οι υποστηρικτές του στα δύο μεγάλα κόμματα αλλά και την ACLU (την ιστορική Ενωση Αμερικανικών Πολιτικών Ελευθεριών), χαρακτηρίζουν «μηδαμινές» τις αλλαγές που προτείνει η Freedom Act, υπενθυμίζοντας ότι η NSA διαθέτει πλήθος εργαλείων παρακολούθησης που δεν επηρεάζονται από τη νέα νομοθεσία. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο γερουσιαστής Πολ και οι σύμμαχοι του αντιτίθενται στο πέρασμα του νέου «περιοριστικού», υποτίθεται, νόμου, καθώς εκτιμούν πως οι εσκεμμένα αόριστες διατυπώσεις που περιλαμβάνει θα επιτρέψουν πολύ γρήγορα στους δικηγόρους της NSA να ανακτήσουν, μέσω διασταλτικών ερμηνειών περί εθνικής ασφάλειας, ακόμη και τις προσωρινά «κομμένες» υπερεξουσίες τους.
