«Σε μια χρονιά που συμπεριλαμβάνει παραπομπή του προέδρου, πανδημία, οικονομικό αναβρασμό και αναμόχλευση του φυλετικού ζητήματος, ο θάνατος της δικαστίνας του Ανώτατου Δικαστηρίου Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ αποκρυσταλλώνει τις επιλογές για τον Νοέμβριο όσο ίσως κανένα άλλο ζήτημα». Εύγλωττο το σχόλιο της Washington Post για την τροπή που επιφέρει στην προεκλογική εκστρατεία ο θάνατος της εμβληματικής, προοδευτικής δικαστίνας μόλις ενάμιση μήνα πριν από τις προεδρικές εκλογές.
Η βιασύνη του Ντόναλντ Τραμπ να ορίσει τον ή τη διάδοχό της πριν από τις 3 Νοεμβρίου έχει σημάνει επιφυλακή στο δημοκρατικό στρατόπεδο, καθώς η τοποθέτηση ακόμα ενός συντηρητικού θα αλλάξει τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου υπέρ της Δεξιάς, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για μια σειρά ζητημάτων, όπως οι αμβλώσεις, τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, τα εργασιακά, το περιβάλλον και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Οι Ρεπουμπλικανοί δεν χάνουν χρόνο. Αμέσως μετά τον θάνατο της Γκίνσμπεργκ, ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία δήλωσε ότι θα επισπεύσει τις διαδικασίες ώστε το Σώμα να εγκρίνει τον υποψήφιο που θα υποδείξει ο πρόεδρος των ΗΠΑ. Ο δε Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε το Σάββατο, λίγο πριν αναχωρήσει για μια προεκλογική συγκέντρωση στη Βόρεια Καρολίνα, ότι θα ανακοινώσει το όνομα μέσα σε αυτή την εβδομάδα κι ότι θα είναι γυναίκα. Σύμφωνα με την Washington Post, ένα από τα επικρατέστερα ονόματα είναι αυτό της Εϊμι Kόνι Μπάρετ, δικαστίνας σε ομοσπονδιακό εφετείο, την οποία η εφημερίδα περιγράφει ως συντηρητική, ένθερμη Καθολική και πολέμια των αμβλώσεων και της Μπάρμπαρα Λαγκόα, κουβανικής καταγωγής, που υπηρετεί στο Ανώτατο Πολιτειακό Δικαστήριο της Φλόριντα.
Οι Δημοκρατικοί φωνάζουν για φάουλ. Υπενθυμίζουν ότι όταν τον Φεβρουάριο του 2016 πέθανε ο δικαστής Αντονι Σκάλια, ο ΜακΚόνελ που ήταν και τότε επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών μπλόκαρε την υποψηφιότητα του Μέρικ Γκάρλαντ, του ανθρώπου που πρότεινε ο Μπαράκ Ομπάμα για να καλύψει την κενή θέση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιμένοντας πως η Γερουσία δεν θα πρέπει να ψηφίσει για τον αντικαταστάτη προτού εκλεγεί ο νέος πρόεδρος της χώρας. Τώρα, ο ενάμισης μήνας που απομένει ώς τις εκλογές του φαίνεται υπεραρκετό διάστημα.
Οι Ρεπουμπλικανοί και ο Τραμπ θεωρούν σπουδαίο προεκλογικό δώρο το ζήτημα του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθώς θα τους βοηθήσει να αποσπάσουν την προσοχή από την τραγική διαχείριση της πανδημίας που έχει στοιχίσει τη ζωή σε σχεδόν 200.000 και συγχρόνως να συσπειρώσουν τους συντηρητικούς ψηφοφόρους. Οι Δημοκρατικοί ελπίζουν με τη σειρά τους ότι θα ενεργοποιηθούν για τον ίδιο λόγο οι πιο προοδευτικοί ή μετριοπαθείς πολίτες, χωρίς όμως κανένας να μπορεί να πει από τώρα υπέρ ποιας πλευράς θα γείρει τελικά η πλάστιγγα.
Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Τζο Μπάιντεν έχει πει πως το πρόσωπο που θα τοποθετηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο θα πρέπει να το επιλέξει ο νικητής των εκλογών. Κάποιες τέτοιες φωνές πάντως ακούγονται και από το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, όπως από την γερουσιαστή της Αλάσκα Λίζα Μουρκόφσκι, η οποία δήλωσε χθες πως δεν θα ψηφίσει πριν από τις προεδρικές εκλογές υπέρ του αντικαταστάτη της Γκίνσμπεργκ.
Οι δε Δημοκρατικοί εξετάζουν διάφορους τρόπους για να εμποδίσουν τους Ρεπουμπλικανούς να πετύχουν τον στόχο τους. Από το να επιφέρουν προσκόμματα στη λειτουργία της Γερουσίας μέχρι να αυξήσουν τον αριθμό των μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου, εφόσον κερδίσουν τις εκλογές του Νοεμβρίου, όπως ανέφερε ρεπορτάζ του CNN.
Δεν αποκλείονται μάλιστα και άλλες, πιο «ακραίες» λύσεις. «Εχουμε τις επιλογές μας. Εχουμε όπλα στη φαρέτρα μας για τα οποία δεν θα συζητήσω τώρα», είπε η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι όταν ρωτήθηκε χθες από τον Τζορτζ Στεφανόπουλος στο ABC. Ανάμεσα στις επιλογές είναι να ζητήσει η Βουλή εκ νέου την παραπομπή του Ντόναλντ Τραμπ ή του υπουργού δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ. Ο,τι πρέπει για να ανάψει κι άλλο το ήδη εύφλεκτο προεκλογικό σκηνικό…
