Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ άνοιξε σήμερα το δρόμο για τις πρώτες εκτελέσεις, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, έπειτα από διακοπή 17 ετών, ακυρώνοντας την αναστολή τεσσάρων εκτελέσεων που είχε αποφασίσει την προηγούμενη δικαστήριο της Ουάσινγκτον.
«Ακυρώνουμε την προκαταρκτική εντολή του περιφερειακού δικαστηρίου και οι εκτελέσεις μπορούν να λάβουν χώρα όπως προβλεπόταν», ανακοίνωσε το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στις εκτελέσεις τεσσάρων καταδικασμένων σε θάνατο, που «φρέναρε» χθες δικαστής, καθώς έκρινε πως δεν είχαν εξεταστεί όλες οι προσφυγές.
Ανάμεσα στους τέσσερις φυλακισμένους και ο Ντάνιελ Λιούις Λι, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τριπλό φόνο. Όλοι υποστήριξαν πως οι θανατηφόρες ενέσεις αποτελούν «σκληρές και ασυνήθιστες τιμωρίες».
Ακτιβιστές πολιτικών δικαιωμάτων και η οικογένεια του Λι επέκριναν τη σημερινή απόφαση που εγκρίνει τις εκτελέσεις, εν μέσω της πανδημίας του νέου κορονοϊού που έχει αφήσει 135.000 νεκρούς στις ΗΠΑ και πλήττει τις φυλακές σε εθνικό επίπεδο.
Αλλά και οι συγγενείς των θυμάτων έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους στην εκτέλεση και γι’ αυτό ζήτησαν από τον δικαστή την καθυστέρησή της, καθώς φοβούνται ότι η παρουσία τους στην εκτέλεση θα μπορούσε να τους εκθέσει στον κίνδυνο να προσβληθούν από τον Covid-19.
Μάλιστα, η οικογένεια δύο από τα θύματα ζήτησε από την Τραμπ και το υπουργείο Δικαιοσύνης να μην γίνει ποτέ η εκτέλεση. Η 81χρονη Έρλεν Πέτερσον, της οποίας η κόρη και γαμπρός δολοφονήθηκαν από τον 47χρονο, είπε ότι θέλει να μείνει όλη του τη ζωή στη φυλακή εκτίοντας την ίδια ποινή με τον συνεργό του.
Κατά της απόφασης Τραμπ
Η θανατική ποινή ήταν παράνομη σε πολιτειακό και ομοσπονδιακό επίπεδο με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1972, που ακύρωνε όλα τα υφιστάμενα καταστατικά της θανατικής ποινής.
Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, 78 άτομα καταδικάστηκαν σε θάνατο σε ομοσπονδιακό επίπεδο από το 1988 μέχρι το 2018, αλλά μόνο τρία εκτελέστηκαν. Επί του παρόντος υπάρχουν 62 κρατούμενοι που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο.
Πέρυσι, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει τις ομοσπονδιακές εκτελέσεις. Τότε ο υπουργός Δικαιοσύνης, Ουίλιαμ Μπαρ, είχε δηλώσει πως τηρείται «το κράτος δικαίου και οφείλουμε στα θύματα και τις οικογένειές τους να προωθήσουμε την ποινή που επιβλήθηκε από το δικαστικό μας σύστημα».
Οι επικριτές της απόφασης κάνουν λόγο για επικίνδυνη και πολιτική κίνηση της κυβέρνησης, που δημιουργεί έναν περιττό και κατασκευασμένο επείγοντα χαρακτήρα γύρω από ένα θέμα το οποίο δεν ανησυχεί ιδιαίτερα τους Αμερικανούς αυτήν τη στιγμή. Τέλος, είναι πιθανό να προσθέσει ένα νέο μέτωπο στο διάλογο σχετικά με τη μεταρρύθμιση της ποινικής δικαιοσύνης πριν τις εκλογές του 2020.
