Μετά τις δύο πολύνεκρες επιθέσεις του Σαββατοκύριακου στο Τέξας και στο Οχάιο που άφησαν πίσω τους συνολικά 32 θύματα, όπως σημειώνουν ορισμένα αμερικανικά ΜΜΕ δύο ζητήματα συσπειρώνουν τους Δημοκρατικούς εναντίον του Τραμπ και αναμένεται να πρωταγωνιστήσουν στην καμπάνια για τις προεδρικές εκλογές του 2020: η οπλοκατοχή και ο ακροδεξιός εξτρεμισμός.
Αν και τα κίνητρα του δολοφόνου στο Ντέιτον παραμένουν ασαφή, ο δολοφόνος του Ελ Πάσο πριν από την επίθεση είχε αναρτήσει στο διαδίκτυο ένα ρατσιστικό μανιφέστο που στόχευε κυρίως στους Λατίνους.
«Με ανησυχεί η άνοδος οποιασδήποτε ομάδας μίσους. Είτε πρόκειται για τη λευκή ή άλλη υπεροχή, είτε για τους αντίφα, είτε για οποιαδήποτε άλλη ομάδα μίσους, ανησυχώ πολύ και θα κάνω κάτι για αυτό» είπε ο Ντόναλντ Τραμπ την Τετάρτη από τον Λευκό Οίκο παίζοντας με μαεστρία τη θεωρία των δύο άκρων, λίγο πριν αναχωρήσει για το Ντέιτον και το Ελ Πάσο όπου συναντήθηκε με τοπικούς παράγοντες, τους τραυματίες και τις οικογένειες των θυμάτων. Δύο επισκέψεις που δεν στέφθηκαν ακριβώς με μεγάλη επιτυχία.
Εξω από το νοσοκομείο του Ντέιτον τον περίμεναν καμιά 200ριά διαδηλωτές. Στο Ελ Πάσο μια αντισυγκέντρωση είχε διοργανωθεί από τον πρώην βουλευτή του Τέξας και υποψήφιο για το χρίσμα των Δημοκρατικών Μπέτο Ο’ Ρουρκ.
Ο Τραμπ μάλιστα έκανε ένα όχι και τόσο πετυχημένο αστείο, συγκρίνοντας τον λίγο κόσμο που είχε πάει στη συγκέντρωση του Ο’ Ρουρκ με το αισθητά μεγαλύτερο πλήθος που είχε έρθει για να τον ακούσει τρεις μήνες νωρίτερα στο Ελ Πάσο.
Παράλληλα επιτέθηκε μέσω τουίτερ στη Δημοκρατική δήμαρχο του Ντέιτον, Ναν Γουέιλι, και τον επίσης Δημοκρατικό γερουσιαστή του Οχάιο Σέροντ Μπράουν, τον «αποτυχημένο υποψήφιο για το χρίσμα», όπως τον αποκάλεσε, σημειώνοντας ότι παρεξήγησαν τα όσα διημείφθησαν κατά την επίσκεψή του στο νοσοκομείο και χαρακτηρίζοντας «απάτη» τη συνέντευξη Τύπου που έδωσαν στη συνέχεια οι δύο πολιτικοί. Αργότερα επιτέθηκε και στον πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ και επίσης υποψήφιο για το χρίσμα Τζο Μπάιντεν, ο οποίος σε ομιλία του την ίδια μέρα κατηγόρησε τον Τραμπ για δεσμούς με τους λευκούς ακροδεξιούς, αλλά και στους Δημοκρατικούς συνολικά αποκαλώντας «αηδιαστική» τη συνήθειά τους να επισείουν εναντίον του «το μόνο όπλο που γνωρίζουν, τον ΡΑΤΣΙΣΜΟ!»
Διάφορα ΜΜΕ κάνουν λόγο τις τελευταίες μέρες για την αδιαφορία της κυβέρνησης απέναντι στο ζήτημα του λευκού εξτρεμισμού. «Αξιωματούχοι της Εσωτερικής Ασφάλειας πασχίζουν εδώ και πάνω από ένα χρόνο να πείσουν τον Λευκό Οίκο να εστιάσει στο ζήτημα της εγχώριας τρομοκρατίας, ενώ αυτός ήθελε να επικεντρωθεί μόνο στην απειλή από τους τζιχαντιστές» είπε στο CNN υψηλόβαθμη πηγή που δεν κατονομάζεται. Την ίδια ακριβώς δυσανεξία δείχνει η κυβέρνηση και απέναντι στον έλεγχο της οπλοκατοχής.
Χθες περισσότεροι από 200 δήμαρχοι αμερικανικών πόλεων, ανάμεσά τους του Ντέιτον και του Ελ Πάσο, έστειλαν επιστολή στη Γερουσία στην οποία ζητούν την άμεση επαναλειτουργία του Σώματος προκειμένου να ψηφίσει μια σειρά νόμων που αυστηροποιούν την αγορά και κατοχή όπλων. Ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ, όμως κωφεύει προς το παρόν στις εκκλήσεις.
Ο λόγος είναι μάλλον απλός. «Το ζήτημα της οπλοκατοχής είναι δύσκολο για τους Ρεπουμπλικανούς», σχολίαζε το Associated Press, «και για τον Μακόνελ, ο οποίος κινδυνεύει να χάσει τα ερείσματά του στο Κεντάκι, όπου θα επιδιώξει να επανεκλεγεί αν υποστηρίξει τον περιορισμό στην πρόσβαση σε όπλα και πυρομαχικά».
