Μία ακόμη γυναίκα κατηγορεί τον Τζο Μπάιντεν για «απρεπή συμπεριφορά», ενώ ο ίδιος φαίνεται να εξετάζει το ενδεχόμενο υποψηφιότητάς του για το χρίσμα των Δημοκρατικών και τις προεδρικές εκλογές του 2020.
Ειδικότερα, η Έιμι Λάπος δήλωσε τη Δευτέρα στην εφημερίδα Hartford Courant, πως την περίοδο που η ίδια ήταν βοηθός του γερουσιαστή Τζιμ Χάινς και ο Μπάιντεν ήταν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ την άγγιξε με ανάρμοστο τρόπο, προκειμένου να τρίψει την μύτη του στη δική της.
«Δεν ήταν σεξουαλικής φύσεως, όμως με άρπαξε από το κεφάλι μου. Έβαλε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό μου και με τράβηξε για να τρίψουμε τις μύτες μας. Την ώρα που με τραβούσε πίστεψα ότι θα με φιλήσει στο στόμα», σχολίασε χαρακτηριστικά αναφερόμενη στο γεγονός το οποίο συνέβη σε εκδήλωση στη πόλη Γκρίνουιτς, το 2009.
Η ίδια δεν είχε καταγγείλει το επεισόδιο λόγω φόβου, καθώς «ήταν ο αντιπρόεδρος κι εγώ ήμουν ένα τίποτα», όπως δήλωσε ενώ επισήμανε πως «υπάρχει μια κόκκινη γραμμή αξιοπρέπειας. Υπάρχει μια γραμμή σεβασμού. Το να περνάς αυτή τη γραμμή δεν είναι μια τρυφερή πράξη ενός παππού. Δεν είναι στοργικό. Είναι σεξιστικό και μισογυνικό».
Τρεις ημέρες νωρίτερα, η Λούσι Φλόρες, πρώην υποψήφια αντικυβερνήτης της πολιτείας της Νεβάδα κατηγόρησε τον Μπάιντεν πως τη φίλησε στο κεφάλι κατά τη διάρκεια εκδήλωσης το 2014.
Ο πρώην αντιπρόεδρος των κυβερνήσεων Ομπάμα και επί 36 χρόνια γερουσιαστής, σε απάντηση που έδωσε στις αρχικές κατηγορίες τόνισε ότι «κατά τη διάρκεια των πολλών ετών που συμμετέχω σε εκστρατείες και στον δημόσιο βίο, έχω ανταλλάξει αμέτρητες χειραψίες, αγκαλιές, χειρονομίες στοργής, υποστήριξης και ενθάρρυνσης. Και ούτε μία φορά, ποτέ, δεν θεώρησα ότι ενήργησα απρεπώς. Αν υπονοείται ότι έπραξα κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα το ακούσω με σεβασμό. Όμως δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου». Όπως είναι αναμενόμενο, οι δύο αυτές κατηγορίες ενδέχεται να θέσουν υπό αμφισβήτηση ενδεχόμενη υποψηφιότητα του.
Υπενθυμίζεται ότι τις προηγούμενες ημέρες το Συμβούλιο της Ευρώπης έδωσε τον πρώτο ορισμό του σεξισμού σύμφωνα με τον οποίο ο σεξισμός είναι «μια εκδήλωση των “ιστορικά άνισων σχέσεων δύναμης”» ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες «που οδηγεί στη διάκριση και εμποδίζει την πλήρη χειραφέτηση των γυναικών στην κοινωνία».
