Σε ακόμη έξι πόλεις της Τυνησίας εξαπλώθηκαν οι ταραχές που ξέσπασαν μετά την αυτοπυρπόληση ενός 32χρονου φωτορεπόρτερ στην πόλη Κασερίν.
Τη νύχτα της Τετάρτης, νεαροί διαδηλωτές συγκρούστηκαν με την αστυνομία στην Κασερίν, παρά την ανάπτυξη και στρατιωτών προς υποστήριξη της αστυνομίας, αλλά και στην Τεμπούρμπα, μόλις 30 χιλιόμετρα έξω από την Τύνιδα, και στην Τζεμπνιάνα, βόρεια της Σφαξ, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας στα ανατολικά. Ακολούθησαν δεκάδες συλλήψεις, αλλά και τραυματισμοί.
Η -δημόσια και άκρως πολιτική- αυτοκτονία του Αμπντεραζάκ Ζέρκι και τα επεισόδια που ακολούθησαν έχουν πυροδοτήσει νέα πολιτική κρίση, καθώς αποκαλύπτουν την αποτυχία της τυνησιακής επανάστασης του 2011 να αλλάξει τη ζοφερή καθημερινότητα των νεαρών Τυνήσιων – την ανεργία, τη φτώχεια, την έλλειψη προοπτικής.
Οι επόμενες «ελεύθερες» εκλογές έχουν προγραμματιστεί να διεξαχθούν μέσα στο 2019 και όλα δείχνουν ότι θα γίνουν σε συνθήκες μεγάλης κοινωνικής έντασης.
Οπως γράφει η εφημερίδα Le Quotidien, η αυτοπυρπόληση του δημοσιογράφου «είναι ένδειξη άρνησης της καταστροφικής κατάστασης και της περιφερειακής ανισορροπίας, του μεγάλου ποσοστού ανεργίας των νέων και της ανέχειας μέσα στην οποία ζουν οι συμπολίτες μας στην επαρχία…Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί σήμερα πως όλοι οι ηγέτες της χώρας αυτής είναι υπεύθυνοι. Υπεύθυνοι για την απόγνωση της νεολαίας μας, την απελπισία της και το αίσθημα ματαίωσής της», προσθέτει η γαλλόφωνη εφημερίδα.
Σύμφωνα με τον Μεσούντ Ρομντανί, πρόεδρο του Φόρουμ Οικονομικών και Κοινωνικών δικαιωμάτων (FTDES, οργάνωση που συμμετείχε στις μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του περασμένου Γενάρη ενάντια στην αύξηση της φορολογίας και την «προδοσία των αρχών της επανάστασης», και είδε πολλά στελέχη της να συλλαμβάνονται): «Υπάρχει χάσμα ανάμεσα στην πολιτική τάξη και στους νέους, ιδίως εκείνους που ζουν μέσα στην αβεβαιότητα στο εσωτερικό της χώρας και βλέπουν ένα θολό μέλλον».
Οπως εξηγεί, οι κάτοικοι των υποβαθμισμένων περιοχών αισθάνονται θύματα της «hogra» (περιφρόνηση, στα αραβικά), που επιμένει από την εποχή του πρώτου προέδρου της Τυνησίας, Χαμπίμπ Μπουργκίμπα (1956-1987), περνάει από το καθεστώς του Μπεν Αλι και φτάνει μέχρι τις διάφορες κυβερνήσεις που τον διαδέχθηκαν μετά την επανάσταση.
Ο Ρομντανί μάλιστα προβλέπει επέκταση των κινημάτων διαμαρτυρίας και σε άλλες περιοχές, δεδομένης της «απουσίας πραγματικής βούλησης των πολιτικών να εγκύψουν στα πραγματικά προβλήματα των Τυνήσιων».
Από τη μεριά του, το εθνικό Συνδικάτο Τυνήσιων Δημοσιογράφων (SNJT) κάλεσε τα μέλη του σε γενική απεργία «αξιοπρέπειας» στις 14 Ιανουαρίου, επέτειο της φυγής του «προέδρου»-δικτάτορα Μπεν Αλι, για να διαμαρτυρηθούν για την «καταστροφική κατάσταση» στον κλάδο των ΜΜΕ, ιδίως στα ιδιωτικά, και την εργασιακή όσο και προσωπική ανασφάλεια ενός μεγάλου αριθμού δημοσιογράφων.
