Η διαρκώς εντεινόμενη διεθνής ανησυχία για την εξάπλωση του ιού Covid-19, ο οποίος έπληξε και τη βρετανίδα υπουργό Υγείας, η τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι εναπομείναντες κάτοικοι του Ιντλίμπ στη Συρία, καθώς και τα σχόλια του γερμανικού Τύπου περί έλλειψης στρατηγικής της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία, συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, οι Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους : «Η υπουργός Υγείας που έχει τον κορονοϊό είχε επισκεφθεί το Νο 10 (της Ντάουνινγκ Στρίτ)» και στο σχετικό ρεπορτάζ επισημαίνει ότι η 62χρονη Ναντίν Ντόρις, η οποία επιμελήθηκε τα έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση του ιού προσεβλήθη απ΄ αυτόν, όπως επιβεβαιώθηκε χθες από τους εργαστηριακούς ελέγχους και πλέον βρίσκεται σε κατ΄ οίκον περιορισμό. Τονίζει ακόμη η ταυτότητα του ατόμου που της μετέδωσε τον ιό είναι άγνωστη και πλέον οι αρχές προσπαθούν να ιχνηλατήσουν όλα τα άτομα με τα οποία ήρθε σε επαφή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αρκετοί βουλευτές. Όπως γράφει η εφημερίδα, η αποκάλυψη θέτει μια σειρά ερωτημάτων για το κατά πόσο πρέπει να κλείσει το Κοινοβούλιο, ή εάν απλώς πρέπει να τεθούν περιορισμοί σε όσους το επισκέπτονται, ενώ αναφέρει ότι θάνατοι στη Βρετανία έφθασαν τους έξι και τα κρούσματα τα 373. Ο Independent από την πλευρά του τονίζει ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα σχέδια τα οποία θα βοηθήσουν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό να αντιμετωπίσει την επιδημία, ενώ από την πλευρά του εκπρόσωπος του Εθνικού Συστήματος Υγείας ανακοίνωσε ότι οι έλεγχοι των πιθανών κρουσμάτων θα φτάσουν τους 10.000 ημερησίως από 1.500 που είναι σήμερα.

Στη Γαλλία, η Le Monde έχει κεντρικό πρωτοσέλιδο τίτλο : «Συρία. Οι καταραμένοι του Ιντλίμπ» και στο κύριο άρθρο τονίζει ότι, οι δύο απεσταλμένοι της στην περιοχή πραγματοποίησαν ρεπορτάζ στον τελευταίο θύλακα των ανταρτών υπό την προστασία του τουρκικού στρατού και διαπίστωσαν τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες προσπαθούν να επιβιώσουν οι παραμένοντες εκεί. Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι κάτοικοι δήλωσαν στους δυο δημοσιογράφους ότι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψουν την ρημαγμένη πόλη. Η Liberation από την πλευρά της διερωτάται στον τίτλο της : «Κορονοϊός. Μετά την Ιταλία η Γαλλία ;» με το σχετικό ρεπορτάζ να επισημαίνει ότι, απέναντι στην εξάπλωση του ιού η Γαλλία κάνει τα πάντα προκειμένου να μην βρεθεί στην κατάσταση της Ιταλίας.

Στη Γερμανία, η Handelsblatt παρατηρεί ότι «ο Ερντογάν δεν είναι κατά βάθος ιδεολόγος, αλλά πραγματιστής. Για μεγάλο χρονικό διάστημα έλεγε ότι 4 εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες πρέπει να τύχουν περίθαλψης. Γι αυτό υπήρχαν χρήματα από την Ευρώπη και νεαρό εργατικό δυναμικό, σε μια εποχή που η οικονομία της χώρας λειτουργούσε ακόμη καλά. Αλλά τώρα που και η οικονομία παραπαίει και ο φθόνος εντός της κοινωνίας αυξάνεται, το κλίμα έχει αλλάξει. Επομένως ο Ερντογάν θα συνεχίσει να προσπαθεί να απαλλαγεί από τους πρόσφυγες. Η τελευταία κρίση αποτελεί μόνο μια εστία κρίσης στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας. Άλλα θέματα είναι η διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, οι γεωτρήσεις για το φυσικό αέριο στα ανοικτά της Κύπρου ή οι επιθέσεις εναντίον μουσουλμάνων, όπως προσφάτως στο Χάναου. Ο Ερντoγάν, ο οποίος διαθέτει ένα ισχυρό αισθητήριο για τις διαθέσεις του λαού, αισθάνεται ότι οι ψηφοφόροι του είναι ιδιαιτέρως αναστατωμένοι καθώς στους κόλπους των εθνικιστών και των θρησκευόμενων Τούρκων αυξάνεται η δυσαρέσκεια έναντι της ΕΕ. Η πολιτική του Ερντογάν αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό. Η ΕΕ στερείται στρατηγικής έναντι της Τουρκίας εδώ και χρόνια και πρέπει να προετοιμαστεί για περαιτέρω προβλήματα με την Άγκυρα. Τα χρήματα από μόνα τους δεν αρκούν για να δώσουν λύσεις».

Στις ΗΠΑ τέλος, οι New York Times γράφουν στον τίτλο τους : «Ο Μπαίντεν καταλαμβάνει τρείς Πολιτείες και τίθεται επικεφαλής» με το κύριο άρθρο της εφημερίδας να υπογραμμίζει ότι, ο Τζό Μπάιντεν τέθηκε επικεφαλής της κούρσας για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις προεδρικές του 2020, εκθρονίζοντας τον αντίπαλό του Μπέρνι Σάντερς. Ειδικότερα τονίζει ότι ο Μπάιντεν νίκησε στις Πολιτείες του Μίσιγκαν, του Μιζούρι και του Μισισιπί, κυρίως χάρις στην αθρόα υποστήριξη των αφροαμερικάνων.
