Με λιγοστά τεστ, μόλις 6.105 χθες (!) -αριθμός ελέγχου της πανδημίας δυσανάλογος με την έκταση της διασποράς που καταγράφεται σε ολόκληρη τη χώρα- και 1.251 γνωστές διαγνώσεις, ο δείκτης θετικότητας εκτινάχθηκε στο 20,4%, πολύ μακριά από το 5% που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει ως ασφαλές ποσοστό όσον αφορά την επιδημιολογική επιτήρηση της νόσου.
Ο υψηλός δείκτης θετικότητας, νέο αρνητικό ρεκόρ από την αρχή της πανδημίας στη χώρα μας, αποδεικνύει ότι δεν γίνονται αρκετά τεστ, την ώρα της κορύφωσης του δεύτερου κύματος και ένα βήμα πριν από το άνοιγμα έστω και με μέτρο για τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
Στον Δεκέμβριο καταγράφονται ήδη 11.472 γνωστά κρούσματα την πρώτη εβδομάδα και 667 απώλειες ανθρώπινων ζωών (89 χθες), ενώ οι βαριές νοσηλείες σε ΜΕΘ ήταν χθες 600. Η Αττική περνάει πάλι πρώτη με 250 γνωστές διαγνώσεις, ακολουθεί η Θεσσαλονίκη με 243, το Κιλκίς με 102 και τα υπόλοιπα κρούσματα σε 45 περιφερειακές ενότητες της χώρας.
Από το υπουργείο Υγείας χθες στη διάρκεια της προγραμματισμένης ενημέρωσης η Βάνα Παπαευαγγέλου, καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας, μίλησε για «υποτονική βελτίωση της επιδημιολογικής εικόνας της χώρας», σταδιακή μείωση των κρουσμάτων στις περισσότερες περιοχές, «με εξαίρεση κάποιες περιοχές όπου ο τόπος ακόμα βράζει», μείωση στην εισαγωγή ασθενών στα νοσοκομεία, αλλά διατήρηση της πίεσης στο Εθνικό Σύστημα Υγείας λόγω των βαριών νοσηλειών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας στη Βόρεια Ελλάδα.
Από την πλευρά του ο επίκουρος καθηγητής Επιδημιολογίας Γκίκας Μαγιορκίνης αναφέρθηκε στη μικρότερη μείωση των νέων κρουσμάτων που καταγράφεται πλέον στην Αθήνα από ό,τι στη Θεσσαλονίκη καθώς η μείωση αυτή είναι 7-8% στην Αττική και 25% στη Θεσσαλονίκη, ενώ επανέλαβε ότι τα ενεργά κρούσματα διατηρούνται και στις δύο περιοχές κάτω από τη μονάδα όσον αφορά τον δείκτη επιδημιολογικής παρατήρησης RT.
Τέλος, η Β. Παπαευαγγέλου επιχείρησε να δικαιολογήσει την απόφαση της κυβέρνησης για μη άνοιγμα των σχολείων σε αντίθεση με τα μαγαζιά που πωλούν χριστουγεννιάτικα είδη και το λιανεμπόριο, αναφέροντας ότι η Επιτροπή έκρινε πως «η εικόνα στις ΜΕΘ δεν βελτιώθηκε όπως θα θέλαμε. Ετσι, οποιαδήποτε αύξηση της κινητικότητας μέσα και έξω από τα σχολεία θα μπορούσε εύκολα να επιβαρύνει το επιδημιολογικό φορτίο» καθώς και ότι «αμφισβητήθηκε το όφελος αφού παρέμεναν μόλις 7 ημέρες διδασκαλίας μέχρι τις αργίες των Χριστουγέννων, εξ ου και υπήρξε προβληματισμός για την αναστάτωση που θα προκαλούσε το άνοιγμα των σχολείων στα παιδιά».
Κατά τα άλλα, η απόφαση αυτή «σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τη σταθερή θέση της Επιτροπής μας ότι η εκπαίδευση αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα για εμάς και ότι τα σχολεία είναι τα τελευταία που πρέπει να κλείνουν και τα πρώτα που θα επανέρχονται σε λειτουργία με τη βελτίωση των επιδημιολογικών δεδομένων».
