Πενήντα τρεις γυναίκες συγγραφείς ενώνουν τις φωνές τους σε μια Φωνή ενάντια στην έμφυλη βία. Το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών, «η φωνή της», παρουσιάζει έναν συλλογικό τόμο με ιστορίες βίας και αντίστασης από τα χωριά ώς τις μεγαλουπόλεις, από την Ευρώπη ώς την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου των εκδόσεων Καστανιώτη θα δοθούν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας. «Πρόκειται για λογοτεχνικές εξερευνήσεις, οι οποίες άμεσα ή έμμεσα δείχνουν ότι οι γυναίκες μπορεί να είναι και θύματα και ενεργοί παράγοντες στον έλεγχο των ιστοριών τους, να συναινούν και να βιάζονται, να είναι μάρτυρες και να φιμώνονται ταυτόχρονα», σημειώνει προλογίζοντας το βιβλίο η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Μαρία Γκασούκα.
«Τέτοια κείμενα, εκτός της λογοτεχνικής και κινηματικής τους αξίας, προσφέρουν σε γυναίκες την ενθάρρυνση και τη δύναμη να γράψουν τις δικές τους εμπειρίες. Και επιβάλλεται να θυμόμαστε πως η ιστορία της βίας και του τραύματος που αποκαλύπτεται αποτελεί κάποτε μια ιστορία απελευθέρωσης και αυτοθεραπείας, μέσω και του λόγου των λογοτεχνικών κειμένων και, φυσικά, της φανερής αλληλεγγύης των γυναικών δημιουργών τους προς τις γυναίκες-θύματα». Με αφορμή την έκδοση του συλλογικού τόμου, συζητούμε με τη συγγραφέα Αλεξάνδρα Μητσιάλη.
● Πάνω από 200 γυναίκες συγγραφείς έχετε αυτοοργανωθεί στo δίκτυο «η φωνή της». Πώς γνωριστήκατε και οργανωθήκατε; Και πώς λειτουργείτε;
Συσπειρωθήκαμε, για να δηλώσουμε με διάφορους τρόπους την αντίθεσή μας στην έμφυλη βία και για να γίνουμε, κυρίως με μέσο τη γραφή, η φωνή όσο το δυνατόν περισσότερων γυναικών. Το εγχείρημα ξεκίνησε, ως συνήθως, από μια μικρή ομάδα, μια παρέα ευαισθητοποιημένων και κινητοποιημένων γυναικών συγγραφέων, που συνειδητοποίησαν την ανάγκη να δημιουργηθεί στον χώρο μας μια συλλογικότητα. Το κάλεσμά τους βρήκε ανταπόκριση. Η συλλογικότητα έχει διακήρυξη και καταστατικό και έχει εκλέξει επταμελές συντονιστικό, που συνεδριάζει, συζητά, παίρνει αποφάσεις, ζητά τη γνώμη των μελών, προχωρά σε δράσεις, με την πεποίθηση ότι το εγχείρημα έχει νόημα και αξία και ότι η προσπάθεια μπορεί συνεχώς να βελτιώνεται, συμπεριλαμβάνοντας, ενεργοποιώντας και εκφράζοντας όλο και περισσότερες γυναίκες συγγραφείς και σκεπτόμενους ανθρώπους γενικότερα.
● Μιλήστε μας για τον τόμο που μόλις παρουσιάσαμε.
Πενήντα τρεις από εμάς έγραψαν διηγήματα, μικρές λογοτεχνικές ιστορίες, στις οποίες αποτυπώνεται η έμφυλη ανισότητα στις διάφορες διαστάσεις και μορφές της, αλλά και οι προσπάθειες των γυναικών να αντισταθούν στην πατριαρχία και στη βία της, έτσι όπως αυτή εγγράφεται στις κοινωνικές δομές, στα σώματα των γυναικών, στα αντιληπτικά τους σχήματα -ειδικά στον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους και τους άντρες-, στον τρόπο που ακολουθούν έξω από την περιοχή του συνειδητού τις μαθημένες διαδρομές της υποταγής, στους τρόπους και στους λόγους που τη δέχονται ως μια «φυσική» τάξη πραγμάτων, αναπαράγοντας τις σχέσεις κυριαρχίας και αποσιωπώντας την καταπίεση, στους τρόπους που άλλοτε τα καταφέρνουν να απελευθερωθούν κι άλλοτε τιμωρούνται όταν λοξοδρομούν από αυτές τις διαδρομές, επιχειρώντας να ενδυναμωθούν, να χειραφετηθούν, ν’ αλλάξουν.
● Οι γυναικείες φωνές σπανίζουν στη δημόσια σφαίρα. Τι είναι αυτό που εμποδίζει τις γυναίκες από το να βγουν μπροστά στον δημόσιο βίο;
Ενδεχομένως το γεγονός ότι πρέπει να πάρουν «άδεια» από τον σύντροφό τους –ειδικά στην περίπτωση που εκείνος είναι σύζυγος– ότι θα τις στηρίξει κι ότι δεν θα ξεπεράσουν τα «όρια» που θα γεννήσουν σ’ εκείνον ζήλια και ανταγωνισμό και θα απειλήσουν τη σχέση τους. Ενδεχομένως το ότι πρέπει να πάρουν «άδεια» από το κυρίαρχο «βλέμμα» που τις θέλει τοποθετημένες στον κοινωνικό χώρο με έναν ορισμένο τρόπο, συμβατό με τις πατριαρχικές σχέσεις κυριαρχίας, πλουμιστές και φτιασιδωμένες στα φώτα της ράμπας, ενδοτικές και «έτοιμες για όλα» στο μισόφωτο της κρεβατοκάμαρας, μέσα από το οποίο συχνά βλέπουν και προσδιορίζουν και οι ίδιες τον εαυτό τους. Το ότι πρέπει να πάρουν «άδεια» από τον συγγενικό περίγυρο που θεωρεί ασύγγνωστη και αχρείαστη φιλοδοξία τη δημόσια παρουσία, η οποία μπορεί να θέτει σε κίνδυνο την παραδοσιακή γυναικεία διαδρομή. Το ότι πρέπει να πάρουν «άδεια» από τις ενοχές τους που δεν φροντίζουν αρκετά το σπίτι και τα παιδιά ή «άδεια» από τον φόβο τους ότι με τις αντίθετες στο ρεύμα επιλογές δεν θα καταφέρουν –αν το θέλουν– να κάνουν οικογένεια. Το ότι πρέπει να πάρουν «άδεια» από μια μορφωτική και επαγγελματική δομή που γίνεται ακόμα πιο πατριαρχικά συμπαγής και εχθρική όσο οι γυναίκες σκαρφαλώνουν σε ύψη στα οποία παραδοσιακά κατοικοεδρεύουν άνδρες.
Και αυτήν την «άδεια» οι γυναίκες δεν την παίρνουν αυτοδίκαια ούτε μετά από αίτημα σε μια πολιτεία που έχει προνοήσει να διευκολύνει τέτοιες αδειοδοτήσεις, επ’ ωφελεία όλων. Πρέπει να την πάρουν από τον εαυτό τους, αν καταλάβουν ότι τη χρειάζονται, έπειτα από κοπιώδεις προσπάθειες που δεν έχουν πάντα το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
● Η Βιρτζίνια Γουλφ έλεγε πως, για να γράψει μια γυναίκα, χρειάζεται «πεντακόσιες λίρες τον χρόνο κι ένα δικό της δωμάτιο». Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να γράψει σήμερα; Γιατί, παρά τις σπουδαίες πένες που έχουμε, παραμένουν λιγότερες οι γυναίκες στη λογοτεχνία;
Ισως γιατί είναι δύσκολο, μάλλον ακόμα και σήμερα, για μια γυναίκα να εξασφαλίσει μερικά χρήματα και ένα δικό της δωμάτιο. Ισως γιατί, προκειμένου να βγάλει αυτά τα χρήματα, της επιβίωσης και της ανεξαρτησίας, δαπανά τον χρόνο που θα χρειαζόταν για να γράψει. Ισως γιατί πρέπει να γράφει στην κουζίνα ή στο καθιστικό ενώ μαγειρεύει, έχει τον νου της στα παιδιά και στο πλυντήριο. Ισως επειδή, σε αντίθεση με αυτό που θα συνέβαινε με έναν άνδρα συγγραφέα, δεν είναι αυτονόητο ότι θα έχει κανονικό γραφείο με πόρτα που κλείνει, αξιώνοντας να μην την ενοχλήσει κανείς ενόσω θα ασχολείται με κάτι που δεν θα θεωρείται παιχνίδι πολυτελείας αλλά σοβαρή επαγγελματική ενασχόληση. Ισως ακόμα επειδή και στον εκδοτικό χώρο για έναν καλό πρωτοεμφανιζόμενο άνδρα συγγραφέα θα γίνει πολύ περισσότερος ντόρος απ’ ό,τι για μια πολύ καλή γυναίκα ομότεχνη. Ισως επειδή μέσα από όλα αυτά πολλές γυναίκες «πείθονται» ότι πρέπει να αναβάλουν τη συγγραφή επ’ αόριστον, με πιθανότερο ορίζοντα το τέλος των επαγγελματικών υποχρεώσεων και της ανατροφής των παιδιών, δηλαδή τη σύνταξη, που συχνά όμως ισοδυναμεί με τον παροπλισμό.
Μια γυναίκα, για να ασχοληθεί σοβαρά με τη συγγραφή, πρέπει είτε να είναι πραγματικά ανεξάρτητη οικονομικά και κοινωνικά -και αυτό ευνοεί οπωσδήποτε γυναίκες από συγκεκριμένα κοινωνικά περιβάλλοντα- είτε να είναι εξαιρετικά αποφασισμένη, αξιοποιώντας προσαρμοστικούς μηχανισμούς και μην υπολογίζοντας το κόστος.
● Ζούμε μια έκρηξη της έμφυλης βίας και παρ’ όλα αυτά δεν έχει ακόμα κατοχυρωθεί νομικά ο όρος «γυναικοκτονία». Τι πρέπει να κάνουμε οι γυναίκες, ώστε να ακουστεί η φωνή μας;
Ζούμε μια έκρηξη της βίας, γενικά. Υποβαθμίζεται η ποιότητα της ζωής μας σε μια χώρα που βρίσκεται σε παρακμή, που κυρίαρχοι οικονομικοί και πολιτικοί κύκλοι την ξεπουλούν και τη μετατρέπουν ραγδαία και χυδαία σε μια αποκλειστική ζώνη προσφοράς τουριστικών υπηρεσιών. Η φτώχεια, η περιθωριοποίηση, το κοινωνικό αδιέξοδο, ο φόβος κάνουν τους ανθρώπους να κολλούν πάνω στις παλιές βεβαιότητες, όπως η πεταλίδα πάνω στον βράχο της, με την ψευδαίσθηση ότι θα αισθανθούν σιγουριά ή επειδή νιώθουν εντελώς αδύναμοι να ξεκολλήσουν.
Η πατριαρχία είναι μια από τις παλαιότερες βεβαιότητες και η αθλιότητα που παράγει, βαθιά ριζωμένη. Η επίσημη πολιτεία είναι κατά κανόνα ποτισμένη από την πατριαρχική αντίληψη, την οποία οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις κατ’ ουσίαν πριμοδοτούν, γιατί είναι ανεπιθύμητες οι ρωγμές που μπορεί να επιφέρει οποιαδήποτε μετακίνηση των τεκτονικών πλακών πάνω στις οποίες είναι στηριγμένο το εκμεταλλευτικό οικοδόμημα. Οταν δεν υπάρχει η έμπρακτη πολιτική βούληση, δεν δημιουργούνται και οι υλικές προϋποθέσεις να υποστηριχτούν οι γυναίκες που έχουν το κουράγιο να αποκαλύψουν την κακοποίησή τους. Ετσι, βρίσκονται στο τέλος απογυμνωμένες και διάτρητες μπροστά στο δημόσιο βλέμμα που, με την αρωγή των πάντα πρόθυμων δημοσιογραφίσκων της τηλεοπτικής αγοράς, τις αντιλαμβάνεται ως θέαμα και πατροπαράδοτα τις λοιδορεί και τις καθιστά ένοχες πως έχουν προκαλέσει τις πράξεις των άλλων.
Είναι ανάγκη εμείς οι γυναίκες να αποφασίσουμε ότι έχουμε φωνή, να την εξασκούμε στην καθημερινότητα, να την ακούμε πρώτ’ απ’ όλα εμείς οι ίδιες για να συνειδητοποιούμε την ύπαρξή της και να τη μεταλαμπαδεύουμε στα παιδιά μας, αγόρια και κορίτσια, να βρίσκουμε συμμάχους σε γυναίκες και άντρες, να «δικτυωνόμαστε», να στεκόμαστε αλληλέγγυες, να αγωνιζόμαστε με όλους τους δυνατούς τρόπους. Το Δίκτυο Γυναικών Συγγραφέων «η φωνή της» είναι μια τέτοια απόπειρα.
