Εξι ολόκληρα χρόνια περίμεναν οι δικαστικοί υπάλληλοι προκειμένου να οδηγηθούν σε αρχαιρεσίες και να επιλέξουν οι ίδιοι τους εκπροσώπους τους στα δικαστικά-υπηρεσιακά (πειθαρχικά) συμβούλια.
Ολα αυτά τα χρόνια, λόγω μιας νομικής δυσλειτουργίας που δεν θέλησε να διορθώσει η προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, οι θητείες παρατείνονταν, τα συμβούλια παρέμεναν ελλιπή στη σύνθεσή τους λόγω αποχωρήσεων, ενώ οι προϊστάμενοι σε όλη τη χώρα απλώς διορίζονταν από τους κατά τόπους επικεφαλής δικαστές, με ό,τι κι αν σήμαινε αυτό σε σχέση με τις συγκεκριμένες επιλογές και τις επιπτώσεις που ενδεχομένως είχαν στην ανεξαρτησία και αυτού του πολύ κρίσιμου τομέα της Δικαιοσύνης.
Μην ξεχνάμε ότι τα δικαστικά συμβούλια είναι εκ του Συντάγματος υπηρεσιακά αλλά και πειθαρχικά.
Το νομικό αδιέξοδο ξεπεράστηκε με νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργού Νίκου Παρασκευόπουλου και την κατάλληλη ρύθμιση που δεν είχε… χρόνο να καταρτίσει ο πρώην υπουργός Χαρ. Αθανασίου.
Ετσι οι δικαστικοί υπάλληλοι, που αριθμούν σχεδόν 6.000 μέλη, ψήφισαν, αποκαθιστώντας τη δημοκρατική συγκρότηση των συμβουλίων, τα οποία με τη σειρά τους θα επιλέξουν τους προϊσταμένους.
Ο πρόεδρος της ΟΔΥΕ (Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδας) Γιώργος Διαμάντης δήλωσε στην «Εφ.Συν.» πολύ ικανοποιημένος δεδομένου ότι «μία από τις σοβαρότερες κατακτήσεις του κλάδου, δηλαδή η ισότιμη συμμετοχή δικαστικών υπαλλήλων στα δικαστικά συμβούλια με δικαίωμα ψήφου, επανέρχεται μετά από 6 χρόνια στην κανονικότητα».
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Τα συμβούλια απαρτίζονται από 3 δικαστές (με κλήρωση) και δύο αιρετούς εκπροσώπους των εργαζομένων.
Οι πρώτοι έχουν μονοετή και οι δεύτεροι διετή θητεία.
Τα συμβούλια είναι αποκλειστικά αρμόδια με ψηφοφορίες να αποφασίζουν για κάθε θέμα της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, όπως προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, απόσπαση, μετάταξη, επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων των δικαστηρίων και επιβολή πειθαρχικής ποινής.
Ο νόμος που έδωσε δικαίωμα ψήφου στους δικαστικούς υπαλλήλους (συγκεκριμένα σε όσους είχαν βαθμό α’ και β’) ώστε να συμμετέχουν στα συμβούλια ψηφίστηκε το 2000.
Οταν όμως το 2011 έγινε η υπαγωγή και των εργαζομένων αυτών στο ενιαίο βαθμολόγιο (ν. 4024/2011), πολλοί υποβιβάστηκαν, οπότε αντικειμενικά δεν υπήρχε η δυνατότητα να επιλεγούν ως υποψήφιοι και να εκλεγούν κατόπιν ως προϊστάμενοι στα υπηρεσιακά συμβούλια.
Απλή τροποποίηση
Ηταν αναγκαίο λοιπόν, προκειμένου να υπάρχει ομαλή διασφάλιση της εκλογιμότητας των δικαστικών υπαλλήλων, να γίνει μια απλή τροποποίηση, μια προσαρμογή του άρθρου 22 παρ. 5 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, που ορίζει τα κριτήρια εκλογιμότητας των εκπροσώπων τους (με βάση τον βαθμό τους).
Ειδικά δε όταν με προεδρικό διάταγμα (39/2012) αποφασίστηκε να διατηρηθεί σε ισχύ το υφιστάμενο σύστημα επιλογής προϊσταμένων των υπηρεσιακών συμβουλίων.
Το αποτέλεσμα ήταν να περιοριστεί δραστικά ο αριθμός των δικαστικών υπαλλήλων που είχαν τις προϋποθέσεις εκλογιμότητας αλλά και υποψηφιότητας για τη θέση του προϊσταμένου οργανικής μονάδας, δεδομένου ότι παρέμεινε ως προϋπόθεση η κατοχή α’ ή β’ βαθμού, ενώ στο μεταξύ οι περισσότεροι είχαν καταταχθεί με το νέο βαθμολόγιο από τον β’ βαθμό και κάτω.
Το εύλογο ερώτημα που προέκυψε τότε ήταν για ποιο λόγο ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης δεν έκανε μια απλή ρύθμιση που θα αντιστοιχούσε τα κριτήρια εκλογιμότητας με το νέο βαθμολόγιο, ώστε να μπορούν οι δικαστικοί υπάλληλοι να εκλέγονται αλλά και να επιλέγονται ως προϊστάμενοι σύμφωνα με τον νόμο του 2000.
Αντιθέτως, ο Χαρ. Αθανασίου με Π.Δ. διατήρησε το σύστημα επιλογής προϊσταμένων, εμποδίζοντας στην ουσία τη δημοκρατική ψηφοφορία και επιλογή.
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα προκύπτει από τη «βολική» διαδικασία που ακολουθήθηκε για χρόνια:

Παρατάθηκε η θητεία υπηρεσιακών συμβουλίων ακόμη και για 6 έτη, δημιουργώντας ημι-μόνιμα συμβούλια αρμόδια για τις υπηρεσιακές μεταβολές των υπαλλήλων και προκαλώντας σοβαρές δυσκολίες στη λειτουργία τους, ειδικά από τη στιγμή που πολλά από αυτά αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της μη νόμιμης συγκρότησης (λόγω αποχώρησης ορισμένων μελών).

Οι προϊστάμενοι των κατά τόπους δικαστηρίων έκαναν αναγκαστικά τις επιλογές που ο καθένας έκρινε κατάλληλες εφόσον όλες οι θέσεις προϊσταμένων που αποδεσμεύτηκαν λόγω λήξης της θητείας ή συνταξιοδότησης ή παραίτησης καλύφθηκαν με πράξεις αναπλήρωσης. Κατά συνέπεια, τα ελλιπή δικαστικά συμβούλια παρακολουθούσαν απλά ως θεατές τους διορισμούς αντί να επιλέγουν δημοκρατικά με εκλογές.
Το βαθμολόγιο
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και ο ίδιος ο Χαρ. Αθανασίου αναγνώρισε, απαντώντας στη βουλεύτρια Ζωή Κωνσταντοπούλου (το 2013) που είχε κάνει σχετική αναφορά, ότι απαιτείται η νομοθετική προσαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων. Ομως η νομοθετική προσαρμογή δεν έγινε ποτέ!
Ο σημερινός υπουργός Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλος προσάρμοσε το βαθμολόγιο των δικαστικών υπαλλήλων σε αυτό των δημοσίων υπαλλήλων και αποσυνέδεσε τα κριτήρια εκλογιμότητας από το βαθμολόγιο, εισάγοντας τη δεκαπενταετία στην υπηρεσία ως προϋπόθεση για την υποβολή υποψηφιότητας.
Με τον τρόπο αυτόν έγινε δυνατή ξανά η διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη των νέων υπηρεσιακών συμβουλίων.
Στο πλαίσιο αυτό, με απόφαση του γενικού γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης (28540/13-4-2016) προκηρύχτηκαν οι εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων στα υπηρεσιακά συμβούλια, που ολοκληρώθηκαν στις 27 Μαΐου 2016 σε όλα τα δικαστήρια της χώρας, και άμεσα αναμένεται η συγκρότηση των νέων δικαστικών υπηρεσιακών συμβουλίων.
«Ζήτημα πολιτικής βούλησης»

Ο γεν. γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης Κώστας Κοσμάτος έκανε στην «Εφ.Συν.» την παρακάτω δήλωση:
❝Η μετά από έξι ολόκληρα χρόνια αποκατάσταση της ομαλής, δημοκρατικής διαδικασίας για τη σύνθεση των δικαστικών υπηρεσιακών συμβουλίων των δικαστικών υπαλλήλων συνιστά δείγμα του γενικότερου προσανατολισμού της σημερινής ηγεσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, αποτελεί σημαντικό όρο εφαρμογής του άρθρου 92 παρ. 3 του Συντάγματος, με το οποίο εξασφαλίζεται η υπηρεσιακή ανεξαρτησία των υπαλλήλων που υπηρετούν τον χώρο της Δικαιοσύνης.
Τέλος, αποδεικνύεται ότι, όταν υπάρχει η σχετική πολιτική βούληση, οι τυπολαγνικές προφάσεις υποχωρούν, αποκαλύπτοντας ένα σύστημα αναπαραγωγής γραφειοκρατικών τεχνασμάτων. Αλλωστε, οι ίδιοι οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν την εμπειρία και τις ικανότητες που απαιτούνται ώστε η ενίσχυση του κράτους δικαίου και των δημοκρατικών διαδικασιών να αποβούν προς όφελος του συνόλου του κλάδου τους, μακριά από φαινόμενα επικράτησης συντεχνιακών ή άλλων ωφελιμιστικών αντιλήψεων❞.
