Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Οι κατηγορίες αφορούν προηγούμενες διοικήσεις», διευκρίνιζαν νωρίς το μεσημέρι «πηγές του ΤΑΙΠΕΔ», οι οποίες όμως για άγνωστους λόγους έσπευσαν να χαρακτηρίσουν «ανυπόστατες τις κατηγορίες», προκαταλαμβάνοντας τις έρευνες της Εισαγγελίας.

Λίγες ώρες αργότερα, μετά την απαράδεκτη τοποθέτηση, ο Στέργιος Πιτσιόρλας διαφοροποιήθηκε και σε γραπτή δήλωσή του αναφέρει: «Ως πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ, του οργανισμού που διαχειρίζεται τη δημόσια περιουσία, αποδοκιμάζω κάθε σχολιασμό αποφάσεων και ενεργειών της Δικαιοσύνης, που σχετίζονται με τον έλεγχο λειτουργίας του Ταμείου».

Κατά την τηλεφωνική επικοινωνία της «Εφ.Συν.», ο Στέργιος Πιτσιόρλας απέδωσε σε λάθος το προηγούμενο non paper, που έφτασε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στους δημοσιογράφους από το γραφείο Τύπου, και δεν θέλησε να δώσει περισσότερες εξηγήσεις.

Το επίμαχο κείμενο αποδίδεται σε «κύκλους του ΤΑΙΠΕΔ» και, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το Ταμείο «ως οφείλει, αποδίδει το τίμημα από την αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων που έχει περιέλθει στην κυριότητά του πάντα εντός 10 ημερών».

Οι τόκοι μαζί με το τίμημα

Συμπληρώνει ότι «στο μεσοδιάστημα τα ποσά έχουν κάποια απόδοση κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό του ΤΑΙΠΕΔ» και εξηγεί ότι ο εισαγγελέας που ερευνά την υπόθεση θεωρεί ότι η απόδοση (τόκοι) έπρεπε να έχει παραδοθεί μαζί με το τίμημα.

Η ίδια πηγή του ΤΑΙΠΕΔ, πάντα γραπτά, επικαλείται τον 3986/2011, τον ιδρυτικό νόμο του Ταμείου, σύμφωνα με τον οποίο οι τόκοι κατατάσσονται στα έσοδα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του. Διευκρινίζει πάντως ότι από το 2015, με απόφαση της διοίκησης, αποδίδονται και οι τόκοι.

Τα έσοδα του ΤΑΙΠΕΔ από την πώληση της δημόσιας περιουσίας, με βάση τον ίδιο νόμο, διατίθενται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του χρέους.

Το Ταμείο, ωστόσο, παρακρατεί τα αναλογούντα λειτουργικά έξοδα και τις διοικητικές δαπάνες, που για άγνωστους λόγους δεν αναρτώνται στη «Διαύγεια».

Δημοσιεύονται μόνον οικονομικοί απολογισμοί, από τους οποίους δεν προκύπτει το μισθολογικό κόστος και ο αριθμός των απασχολουμένων.

Οι αμοιβές της διοίκησης έχουν μειωθεί κατά 40% με απόφαση της σημερινής κυβέρνησης, αλλά παραμένει άγνωστο το ύψος τους.