Με κρότο κατέπεσε το στημένο από την Αντιτρομοκρατική κατηγορητήριο για τους δύο αντιφασίστες που κατηγορούνταν χωρίς επαρκή στοιχεία για συγκρότηση και ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση, στο πλαίσιο της οποίας τους αποδίδονταν ενέργειες από τον Μάρτιο του 2017 έως τον Νοέμβριο του 2019 με στόχο χώρους και μέλη της Χρυσής Αυγής.
Οι δύο άνδρες παραπέμφθηκαν με βούλευμα που αναγνώριζε τη ναζιστική εγκληματική οργάνωση ως νόμιμη ένωση προσώπων και περιείχε τον ισχυρισμό ότι από τις φθορές στα γραφεία της διασαλεύτηκε το δημοκρατικό πολίτευμα(!), την ώρα μάλιστα που το πρωτόδικο δικαστήριο της Χρυσής Αυγής στην καταδικαστική του απόφαση υπογράμμιζε ότι υπήρξε εγκληματική οργάνωση η οποία εκκολάφθηκε και στους κόλπους του πολιτικού σχηματισμού και μετέπειτα πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή, με σκοπό την «διά της βίας αντιμετώπιση των αλλοδαπών, των ιδεολογικών αντιπάλων και των αντιφρονούντων».
Δεν παρέστησαν

Δήλωση προς υποστήριξη της κατηγορίας είχε κάνει ο ίδιος ο «φιρερίσκος» της Χρυσής Αυγής και καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, Νίκος Μιχαλολιάκος, ο οποίος δεν παρέστη ούτε αυτοπροσώπως ούτε μέσω δικηγόρου, ενώ μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο επίσης καταδικασμένος και πάλαι ποτέ πρωτοπαλίκαρο της ναζιστικής οργάνωσης, Ηλίας Κασιδιάρης, που μέσω επιστολής του από τις φυλακές Δομοκού γνωστοποίησε ότι δεν θα παρευρεθεί να καταθέσει.
Μετά από 5,5 χρόνια ταλαιπωρίας και δικαστικής ομηρίας, η δίκη, η οποία ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε χθες σε μία άνευ προηγουμένου fast track διαδικασία, είχε ως αποτέλεσμα την πανηγυρική αθώωση των δύο για την κατηγορία της τρομοκρατικής οργάνωσης και για την πλειονότητα των επιθέσεων για τις οποίες βρέθηκαν στο εδώλιο, ενώ αντίθετα το δικαστήριο τους έκρινε ενόχους για την επίθεση στα τότε κεντρικά γραφεία της Χ.Α. στην Αθήνα, στην οδό Θ. Δηλιγιάννη, την 1η Νοεμβρίου 2019, που αποτέλεσμά της ήταν η καταστροφή του δεύτερου ορόφου όπου στεγαζόταν μεταξύ άλλων το πολιτικό γραφείο του Νίκου Μιχαλολιάκου, τονίζοντας όμως τις αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, και τους καταδίκασε σε φυλάκιση δύο ετών και οκτώ μηνών και πέντε ετών και δύο μηνών με αναστολή αντίστοιχα.
Η απόφαση αυτή ήρθε σε πλήρη αντίθεση με την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας, Ειρήνης Τζίβα, η οποία ανέπτυξε ένα κραυγαλέο σκεπτικό, που αδυνατούσε να ενταχθεί σε οποιοδήποτε νομικό πλαίσιο, αποδεχόμενη πλήρως το σαθρό κατηγορητήριο περί τρομοκρατικής οργάνωσης και ζητώντας την ενοχή των κατηγορουμένων για όλα. Ολα αυτά μάλιστα παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο και κανένας μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τους κατηγορουμένους.
Μάλιστα, σε μία αποστροφή του λόγου της και τελείως αυθαίρετα, θυμίζοντας τον εισαγγελέα στη δίκη της «17 Νοέμβρη» Χρήστο Λάμπρου που είχε πει «και για όσες κατηγορίες δεν θυμάμαι… ένοχοι», ανάμεσα στις επιθέσεις που, όπως είπε, τελέστηκαν από τους κατηγορουμένους, πρόσθεσε και αυτή των γραφείων της Χρυσής Αυγής επί της λεωφόρου Μεσογείων, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε στο κατηγορητήριο, δείχνοντας είτε πρόθεση είτε πλήρη και επικίνδυνη άγνοια της δικογραφίας.
Η υπεράσπιση
Η πρόταση αυτή της εισαγγελικής λειτουργού, η οποία αποδεχόταν τη διασάλευση του δημοκρατικού πολιτεύματος, προκάλεσε την έντονη αντίδραση των συνηγόρων υπεράσπισης, Αννυς Παπαρρούσου και Μαρίνας Δαλιάνη, καθώς όχι μόνο η δράση της οργάνωσης δεν στοιχειοθετήθηκε αλλά ούτε καν η παρουσία των δύο ανδρών στα σημεία των επιθέσεων δεν προέκυψε από τις μαρτυρικές καταθέσεις.
«Τη δομή αυτών των δικογραφιών την ξέρω καλά. Ο εντολέας μου εμπλέκεται στην υπόθεση από ένα ανώνυμο τηλεφώνημα και δεν υπάρχει τίποτα άλλο, όσο κι αν ψάξετε. Ανήκει σε έναν πολιτικό χώρο που οι αρχές τον επιτηρούν πολύ και πολύ περισσότερο από ό,τι επιτηρούν τη Χρυσή Αυγή που είναι εγκληματική οργάνωση. Αυτή η εισαγγελική πρόταση ήταν αδικαιολόγητη. Ετσι θα δικάσουμε τους ανθρώπους; Με τέτοια στοιχεία;» σχολίασε η Αννυ Παπαρρούσου και έκανε λόγο για «αόριστο κατηγορητήριο». Από την πλευρά της η Μαρίνα Δαλιάνη, αφού αποδόμησε τις κατηγορίες μία μία, σημείωσε πως «σπάνια βλέπει κανείς τέτοια αναντιστοιχία αποδεικτικού υλικού και κατηγορητηρίου» και αναρωτήθηκε έντονα: «Διαταράχθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα επειδή έγινε έκρηξη στα κρησφύγετα της εγκληματικής οργάνωσης; Για όνομα του Θεού, αν είναι δυνατόν!».
Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων εμφανίστηκαν προκειμένου να καταθέσουν μόλις έξι από τους 21 συνολικά μάρτυρες κατηγορητηρίου, με τους πέντε από αυτούς να είναι αστυνομικοί, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν κανέναν από τους δύο κατηγορουμένους, αλλά ούτε είχαν να εισφέρουν κάτι ουσιαστικό στη διαδικασία.
Κατά τις απολογίες τους οι δύο αντιφασίστες αρνήθηκαν τις κατηγορίες και έκαναν λόγο για πολιτική δίωξη. «Είναι καθαρά μία πολιτική δίωξη. Αν τα στοιχεία της δικογραφίας είχαν κάποια βάση και ίσχυαν, θα ήμασταν ήδη στη φυλακή», είπε ο ένας εκ των κατηγορουμένων και έκανε λόγο για «μία αυθαίρετη δίωξη». Με τη σειρά του ο δεύτερος υποστήριξε και αυτός ότι δεν έχει σχέση με τις κατηγορίες που του προσάπτονται και απέδωσε τη στοχοποίησή του από τις Αρχές στην ενασχόλησή του με τα κινήματα και την πολιτική ταυτότητα που έχει.
Αξίζει να αναφερθεί πως, ενώ η απολογία είναι ιερό δικαίωμα του κατηγορουμένου, το δικαστήριο διέκοπτε συνεχώς και δεν επέτρεπε στους απολογούμενους να αναπτύξουν τα όσα προσπάθησαν να τεκμηριώσουν σχετικά με τον ισχυρισμό τους περί πολιτικής δίωξης.
