Tην ενοχή συνολικά εννέα κατηγορουμένων και την απαλλαγή των υπόλοιπων δώδεκα προσώπων που κατηγορούνται για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι ζήτησε ο εισαγγελέας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Παναγιώτης Μανιάτης. Από την προηγούμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου ο εισαγγελέας είχε ζητήσει να αθωωθούν τέσσερις κατηγορούμενοι, ενώ χθες ολοκληρώνοντας την εισήγησή του ζήτησε την αθώωση, μεταξύ άλλων, της πρώην περιφερειάρχη Αττικής Ρένας Δούρου, του πρώην δήμαρχου Μαραθώνα Ηλ. Ψινάκη του Στέφανου Κολοκούρη, διοικητή της 1ης ΕΜΑΚ, και του γ.γ. Πολιτικής Προστασίας Γ. Καπάκη.
Στο σκεπτικό του ο εισαγγελέας εξήγησε πως από την αποδεικτική διαδικασία φάνηκε ότι δεν υπήρχαν ποινικές ευθύνες της Περιφέρειας Αττικής για την πυρκαγιά, ούτε για την έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών και τη μέριμνα για την αποψίλωση της περιοχής.
«Το ζήτημα ήταν η έλλειψη συντονισμού και η γενικότερη ασυνεννοησία», σημείωσε, καταλογίζοντας ευθύνες στα στελέχη της Πυροσβεστικής που όφειλαν να δίνουν τις κατάλληλες εντολές.
Ο εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή των αντιδημάρχων Μαραθώνα και Ραφήνας για την κατηγορία της παράλειψης καθαρισμού οικοπέδων ιδιωτών, αρμοδιότητα με την οποία ήταν και οι δύο επιφορτισμένοι. Ενοχή προτάθηκε και για τον Ευάγγελο Μπουρνού, τότε δήμαρχο Ραφήνας, αφού σύμφωνα με τον εισαγγελέα «έκανε ενημερωτικές παρεμβάσεις στα ΜΜΕ» και «παρείχε ενημέρωση για την εξέλιξη της φωτιάς», όμως υπό τη θεσμική του ιδιότητα «όσοι τον άκουγαν εφησυχάστηκαν ότι η φωτιά έχει αντίθετη κατεύθυνση. Οφειλε να αναμεταδίδει με υπευθυνότητα ή να απέχει από την ενημέρωση που έχει λάβει από μη αξιόπιστες πηγές».
Διεύρυνση του κατηγορητηρίου ζήτησε μόνο για τους πρώην διοικητές των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Ανατολικής Αττικής και Αθηνών οι οποίοι ήταν οι δύο επίγειοι επικεφαλής του Πυροσβεστικού Σώματος στο Μάτι. Η θέση και των δύο, τόνισε, είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη, αφού ήταν νομικά υποχρεωμένοι να κινήσουν τη διαδικασία της άμεσης ενημέρωσης των πολιτών. Χαρακτηριστικά σημείωσε πως αν αποφάσιζαν να ακολουθήσουν την οδό της ενημέρωσης, οι πολίτες θα είχαν χρόνο «έως δύο ώρες για να σταθμίσουν την κατάσταση», να ακολουθήσουν την προσφορότερη μέθοδο αυτοπροστασίας, «χωρίς να τους κυνηγάει η φωτιά, με στοιχειώδη εξοπλισμό και όχι σε συνθήκες χάους».
