Ανατροπή σημειώνεται στην υπόθεση του προπονητή ιστιοπλοΐας ο οποίος κατηγορούνταν για τον συστηματικό βιασμό ανήλικης μαθήτριάς του, κατηγορία για την οποία αθωώθηκε αφού καταδικάσθηκε για κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια.
Η Εισαγγελέας Εφετών Ιωάννα Τσάλη προχώρησε σε άσκηση έφεσης επί της αθωωτικής πτυχής της απόφασης που αφορά στο αδίκημα του βιασμού για τον 39χρονο προπονητή, επαναφέροντας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την κακουργηματικού χαρακτήρα κατηγορία.
Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου πριν μία εβδομάδα έκρινε κατά πλειοψηφία 4 προς 3 αθώο τον προπονητή για την κατηγορία του βιασμού σε βάρος της αθλήτριας, που ως ενήλικη πλέον τον κατήγγειλε πριν περίπου ενάμιση χρόνο για περιστατικά που έλαβαν χώρα όταν ήταν 10 και πλέον ετών.
Το δικαστήριο καταδίκασε τον 39χρονο σε ποινή κάθειρξης 13 ετών κρίνοντας τον, ένοχο για το αδίκημα της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια σε βάρος αθλήτριας του πριν δέκα χρόνια. Ο προπονητής είχε επιστρέψει στην φυλακή μετά την απόφαση, καθώς το δικαστήριο δεν χορήγησε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση του. Πλέον ο 39χρονος είναι αντιμέτωπος με την επιβολή βαρύτερης ποινής όταν η υπόθεση φθάσει στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο.
Η κ. Τσάλη , σύμφωνα με πληροφορίες, επικαλείται στην έφεση που άσκησε, την κατάσταση στην οποία βρέθηκε το ανήλικο θύμα το οποίο «χειραγωγήθηκε από τον κατά πολύ μεγαλύτερο σε ηλικία προπονητή». Τονίζει, επίσης, πως η πλειοψηφία των τριών ενόρκων και ενός δικαστή που έκριναν αθώο για τον βιασμό τον κατηγορούμενο, ουσιαστικά αξιολόγησαν λανθασμένα το σύνολο των περιστατικών που συνέβησαν όσο η Αμαλία ήταν ανήλικη.
Κατά την Εισαγγελέα Εφετών «η παθούσα ήταν παιδί και ο προπονητής την προσέγγισε λεκτικά και σωματικά και την κολάκευε. Από το 2010 ασκούσε βία σωματική και λεκτική και απειλούσε ότι θα σκοτώσει την ίδια ή την οικογένεια της εάν μιλούσε. Την έθεσε σε κατάσταση υπακοής και η παθούσα λειτουργούσε σε καθεστώς ψυχολογικής πίεσης, φόβου, σύγχυσης και άγχους. Δεν μπορούσε να του ασκήσει αντίσταση».
Και ως προς το νομικό σκέλος της αθωωτικής απόφασης η κ. Τσάλη τονίζει πως η απόφαση του ΜΟΔ πάσχει, καθώς δεν ελήφθη υπόψη απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ορίζει πως για την στοιχειοθέτηση του βιασμού δεν απαιτείται απαραίτητα η εκ μέρους του θύματος ενεργή αντίσταση. Το ανώτατο δικαστήριο έχει κρίνει, όπως αναφέρει η εισαγγελέας πως βιασμός υφίσταται όταν η πράξη γίνεται παρά την αντίθετη βούληση του θύματος, με την άσκηση σωματικής βίας που εξουδετέρωσε την αντίσταση του.
Επιπλέον, επισημαίνει, με βάση την αναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, πως «ακόμα κι αν το θύμα δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία, στοιχειοθετείται βιασμός λόγω του φόβου να προβάλει αντίσταση ή λόγω του αιφνιδιασμου ή λόγω των ασθενών σωματικών δυνάμεων του, ώστε να θεώρησε ανέφικτη ή μάταια την αντίσταση».
Στην έφεση της η εισαγγελέας αναφέρει επίσης ότι η αθλήτρια όσες φορές κλήθηκε να εξιστορήσει όσα καταγγέλλει σε καμία από από αυτές «δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις» και επομένως περιέγραψε πραγματικά γεγονότα.
Αναφέρει, επίσης, ότι από όλα τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προέκυψε ότι η 21ετών αθλήτρια “είχε κάποιο κίνητρο ή σκοπιμότητα ή όφελος να καταγγείλει τον προπονητή μετά την πάροδο τόσων ετών” και υπογραμμίζει πως εάν ήταν ψευδή όσα ισχυρίζεται “δεν θα προέβαινε σε εξιστόρηση περιστατικών που την εκθέτουν στο πανελλήνιο”.
Να σημειωθεί ότι με την αθώωση του προπονητή για τον βιασμό είχαν μειοψηφίσει ο πρόεδρος, ένας τακτικός δικαστής και ένας ένορκος του ΜΟΔ που δίκασε την υπόθεση.
