Μετά τις ασυνήθιστες για τη σφοδρότητά τους αντιδράσεις δικαστών και εισαγγελέων στη φωτογραφική τροπολογία της κυβέρνησης (με τη σύμφωνη γνώμη του ΚΙΝ.ΑΛΛ.), που προήγαγε εκτός διαδικασιών 86 εφέτες, ανταμείβοντας όσους μεταξύ αυτών έμπρακτα τίμησαν στην πορεία τους τις κομματικές τους ταυτότητες, οι δικαστικοί λειτουργοί όπως και οι δικηγόροι διαμαρτύρονται έντονα και για το άλλο σκέλος της τροπολογίας που ψηφίστηκε εν αγνοία όλων των θεσμικών φορέων και αφορά την επαναφορά της καταργημένης διάταξης για καταβολή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές που κατατίθενται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και μάλιστα αναδρομικά, προκειμένου να… ενισχυθεί η διαδικασία διαμεσολάβησης.
Οι δικηγόροι εκφράζουν την έντονη αντίδρασή τους στην επαναφορά του τέλους, ζητώντας την κατάργηση της επίμαχης διάταξης.
Οπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, «η αιφνίδια κατάθεση και υιοθέτηση της βουλευτικής τροπολογίας, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη διαβούλευση με τη νομική κοινότητα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές καλής νομοθέτησης και ουδόλως συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Δικαιοσύνη, η οποία (επίλυση) προϋποθέτει ουσιαστικό και ειλικρινή διάλογο μεταξύ των εμπλεκομένων φορέων και όχι πρόχειρες, αποσπασματικές και αλυσιτελείς πρωτοβουλίες, που δημιουργούν επιπρόσθετα εμπόδια στην πρόσβαση των πολιτών στη Δικαιοσύνη και περιορίζουν τα δικαιώματά τους».
Θυμίζουμε ότι η μνημονιακή αυτή διάταξη είχε κριθεί αντισυνταγματική και, επιπλέον, όπως σημειώνει η ανοιχτή επιστολή μελών του ΔΣΑ προς τους βουλευτές και τον υπουργό Δικαιοσύνης, αντίκειται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διότι «έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 του Σ., που κατοχυρώνει το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, καθώς και στο αντίστοιχο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν μπορούν να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή τής ως άνω προστασίας.
Αυτό ακριβώς όμως συμβαίνει εν προκειμένω με την επίμαχη ρύθμιση, καθώς επιβάλλει δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος στον πολίτη που επιθυμεί την προσφυγή του στη δικαιοσύνη, ιδίως στον οικονομικά ασθενέστερο».
Με ανάλογα έντονο τρόπο αντιδρούν και οι δικαστικοί λειτουργοί. Οπως αναφέρει, για παράδειγμα, σε αναλυτικό άρθρο της το μέλος του Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Μαργαρίτα Στενιώτη, η αιτιολογία και μόνο της επαναφοράς αυτής της ρύθμισης θίγει άμεσα τον θεσμό της δικαιοσύνης, δεδομένου ότι παύει να αντιμετωπίζεται «ως μία εκ των τριών Λειτουργιών της πολιτείας, πυλώνας της Δημοκρατίας και θεματοφύλακας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά ως “ένας πολυδάπανος δημόσιος μηχανισμός” και ένας “εισπρακτικός μηχανισμός κάλυψης του δημοσιονομικού κόστους που αυτή απαιτεί για τη λειτουργία της”».
Η κ. Στενιώτη παρατηρεί ότι η ρύθμιση, η οποία έχει και αναδρομική ισχύ, παραβιάζει το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, διότι έτσι «αποκλείονται από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας οι αδύναμοι οικονομικά πολίτες».
Η ίδια υποστηρίζει, τέλος, ότι δεν είναι τυχαίος ο χρόνος επαναφοράς της ρύθμισης, δεδομένου ότι αυτή συνδέεται απόλυτα «με την εισαγωγή της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, ενός σύγχρονου θεσμού εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών, ο οποίος απαξιώνεται, ήδη, κατά την ψήφισή του, με τη μεθόδευση που ακολουθείται».
Εν ολίγοις, ο πολίτης αναγκάζεται πλέον να προσφύγει υποχρεωτικά στη διαμεσολάβηση αντί της «ακριβής δικαιοσύνης», παρά το γεγονός ότι το μέτρο του φιλικού διακανονισμού δεν μπορεί να έχει καταναγκαστικό χαρακτήρα (ολόκληρο το άρθρο της Μ. Στενιώτη στην ιστοσελίδα της ΕΔΕ).
