Τα ‘κανε θάλασσα η Αστυνομία, δεν προκύπτει εγκληματική οργάνωση, ούτε απόπειρα ανθρωποκτονίας, αλλά… ένοχοι πέντε από τους 21 για τον «τσαμπουκά» με μολότοφ στο εργοτάξιο της εταιρείας χρυσού, πρότεινε ο εισαγγελέας της έδρας στη «μεγάλη δίκη των Σκουριών».
«Τους φιλήσυχους ντόπιους παρέσυραν οι ξένοι αλληλέγγυοι», εκτίμησε αγορεύοντας χθες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με τον αντεισαγγελέα εφετών Γεώργιο Καντζίδη, η λήψη γενετικού υλικού (DNA) και μια σειρά άλλες παρατυπίες που έγιναν από την Αστυνομία δημιουργούν θέμα ακυρότητας, ωστόσο αυτό θα έπρεπε να τεθεί κατά την προδικασία, γι’ αυτό και το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα.
Σε κάθε περίπτωση, χαρακτήρισε «ελλιπή» τη δουλειά της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, που δεν συνέδεσε μεταξύ τους τα κατά καιρούς περιστατικά, σημειώνοντας πως «υπό αυτές τις συνθήκες λείπει το ποιοτικό κριτήριο για τη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας της εγκληματικής οργάνωσης».
Ο εισαγγελέας της έδρας εκτίμησε ότι από τα στοιχεία και την ακροαματική διαδικασία δεν προκύπτει καν το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας.
«Οι δράστες, αν ήθελαν να σκοτώσουν, δεν υπάρχει περίπτωση να μη θρηνούσαμε νεκρό έτσι όπως έγιναν τα περιστατικά», είπε για να συμπληρώσει ότι από την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν προκύπτει ούτε ενδεχόμενος δόλος.
Αντιθέτως, εξέφρασε την άποψη ότι τα αδικήματα που τελέστηκαν πέραν πάσης αμφιβολίας είναι η κατασκευή εκρηκτικών και η έκρηξη, το πλημμέλημα της διακεκριμένης φθοράς με φωτιά, η παράνομη υλοτομία, η παράνομη κατακράτηση και παράνομη οπλοφορία. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν τίθεται θέμα ούτε ληστείας ούτε παράνομης οπλοχρησίας, ενώ και η οπλοχρησία δεν στοιχειοθετείται επίσης.
«Ο κοινός δόλος των δραστών ήταν απλώς να τρομάξουν τους εργαζόμενους και να προκαλέσουν πρόβλημα στην επιχείρηση», ανέφερε, εκτιμώντας μάλιστα πως «οι κάτοικοι της περιοχής είναι πράγματι φιλήσυχοι, αλλά ο συγχρωτισμός ντόπιων και ξένων αλληλέγγυων οδήγησε στα γεγονότα καθώς καθυστερούσε δικαστικά το θέμα των αδειών της εταιρείας».
Για το θέμα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και όλης της μεθόδευσης της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης τότε, είπε πως «οι παρακολουθήσεις έγιναν χωρίς από αυτές να προκύψουν ουσιαστικά στοιχεία και μάλιστα ο μάρτυρας αστυνομικός που κατέθεσε εδώ γι’ αυτές αποδείχθηκε ιδιαίτερα ικανός στην αποφυγή απαντήσεων στο δικαστήριο καθώς δεν υπήρξαν καταγεγραμμένες συνομιλίες παρά μόνο υποθέσεις και εκτιμήσεις…».
Ωστόσο, πάντα κατά τον εισαγγελέα της έδρας, από την κουκούλα που βρέθηκε στον χώρο, από τα φυσίγγια που ταυτοποιήθηκαν με κυνηγετικό όπλο, από κάποια καπάκια φωτοβολίδων και από τις αλλαγές κινητών τηλεφώνων αμέσως μετά το περιστατικό προκύπτει παρουσία στο εργοτάξιο για πέντε από τους κατηγορούμενους, για τους οποίους πρότεινε να κηρυχθούν ένοχοι για κατασκευή εκρηκτικών υλών, διακεκριμένη φθορά με φωτιά, οπλοφορία και παράνομη υλοτομία.
Η δίκη διακόπηκε για να συνεχιστεί τη Δευτέρα με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης.
