Νέα στοιχεία φέρνει στο φως η ΕΛΜΕ Σάμου για τη ρατσιστική βία που εξαπέλυσαν ομάδες «αγανακτισμένων κατοίκων» στην κεντρική πλατεία Πυθαγόρα στις 17 Δεκεμβρίου. Οι ομάδες, με προεξάρχοντα τον δήμαρχο Γιώργο Στάντζο, φαίνεται ότι θέλησαν να επιχειρήσουν πογκρόμ κατά προσφύγων και μεταναστών που βρίσκονταν στην πλατεία, την ώρα που η αστυνομία είχε προχωρήσει στη μάλλον ακραία ενέργεια να απαγορεύσει τη διαδήλωση περίπου 60 προσφύγων και είχε παρατάξει μέχρι και δυνάμεις ΟΠΚΕ για να απομακρύνει τους διαδηλωτές.
Θύμα του ρατσιστικού μένους των «αγανακτισμένων» έπεσε μια κάτοικος, τουρκικής καταγωγής, σύζυγος εκπαιδευτικού του νησιού, η οποία έτυχε να βρίσκεται στον χώρο και θέλησε να καταγράψει στο κινητό της όσα συνέβαιναν. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, την οποία δημοσιοποιεί σήμερα η «Εφ.Συν.», η γυναίκα χτυπήθηκε και προπηλακίστηκε από «αγανακτισμένους», ενώ της πέταξαν το κινητό στο έδαφος.
Μάλιστα, η αστυνομία όχι μόνο δεν επενέβη, παρόλο που γινόταν μπροστά στα μάτια της η επίθεση, αλλά και της απέκρυψε την αλήθεια ότι το κινητό της βρισκόταν στο τμήμα, όπως έδειξε το σύστημα εντοπισμού. Ωστόσο, όταν η γυναίκα πήγε στο Τμήμα, οι αστυνομικοί δήλωναν άγνοια. Επιπλέον, όπως καταγγέλλει η ΕΛΜΕ Σάμου, μια δημοσιογραφική κάμερα βρέθηκε στο έδαφος, ενώ η ίδια η αστυνομία αφαιρούσε κινητά από πολίτες που βιντεοσκοπούσαν και τους προσήγαγε για τον λόγο αυτό.
«Οι τραμπουκισμοί, οι ακρότητες και τα ρατσιστικά ξεσπάσματα βρίσκουν απέναντί τους τους εκπαιδευτικούς της Σάμου, ιδιαίτερα όταν στοχεύουν σε ξεριζωμένους και κατατρεγμένους, σε αδύναμους, σε ανθρώπους που παλεύουν για ζωή και δικαιώματα», σημειώνει η ανακοίνωση της ΕΛΜΕ.
