Περί «αλυτρωτισμού»

simaia.jpg

EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Σύνταγμα της Ελλάδας, Αρθρο 108 (Απόδημος Ελληνισμός): «1. Tο Kράτος μεριμνά για τη ζωή του Απόδημου Ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα πατρίδα. Eπίσης μεριμνά για την παιδεία και την κοινωνική και επαγγελματική προαγωγή των Eλλήνων που εργάζονται έξω από την επικράτεια. 2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού, που έχει ως αποστολή του την έκφραση όλων των δυνάμεων του απανταχού Ελληνισμού».

Σύνταγμα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Αρθρο 49 (μετάφραση από τα αγγλικά): «Η Δημοκρατία [Republic] μεριμνά για την κατάσταση [status] και τα δικαιώματα εκείνων των προσώπων που ανήκουν στον Μακεδονικό λαό στις γειτονικές χώρες, καθώς και των Μακεδόνων εκπατρισμένων [expatriates], στηρίζει την πολιτιστική τους ανάπτυξη και προάγει δεσμούς μαζί τους. Η Δημοκρατία μεριμνά για τα πολιτιστικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της Δημοκρατίας στο εξωτερικό». Τροπολογία ΙΙ (στο εν λόγω άρθρο): «1. Κατά την άσκηση αυτής της μέριμνας η Δημοκρατία δεν θα παρεμβαίνει στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών ή στις εσωτερικές τους υποθέσεις».

Το παραπάνω είναι το βασικό «επίμαχο» άρθρο του Συντάγματος της γειτονικής χώρας που εγείρει ζητήματα «αλυτρωτισμού», πέρα από το θέμα της ονομασίας, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά. Παρέθεσα και το αντίστοιχο άρθρο του ελληνικού Συντάγματος, εφ’ όσον ετέθη ζήτημα σύγκρισης (αρχικά από την άλλη πλευρά) κατά την τρέχουσα σχετική συζήτηση.

Απ’ ό,τι έχω καταλάβει, το κύριο επιχείρημα της ελληνικής πλευράς, που στοιχειοθετεί τον αλυτρωτισμό της γείτονος έναντι της έλλειψης αλυτρωτισμού του ελληνικού Συντάγματος, συνίσταται στην εννοιολογική διάκριση μεταξύ αφ’ ενός «Απόδημου Ελληνισμού» και «Eλλήνων που εργάζονται έξω από την επικράτεια» και αφ’ ετέρου «εκείνων των προσώπων που ανήκουν στον Μακεδονικό λαό στις γειτονικές χώρες». Κρίνεται πως οι μεν πρώτες έννοιες αναφέρονται στις περιπτώσεις Ελλήνων που κατοικούν στο εξωτερικό ως μετανάστες, είτε μόνιμα («Απόδημος Ελληνισμός») είτε προσωρινά («Ελληνες που εργάζονται έξω από την επικράτεια»), ενώ η αντίστοιχη διατύπωση του Συντάγματος της ΠΓΔΜ υπονοεί ύπαρξη πληθυσμιακών ομάδων που συγκροτούν εθνική μειονότητα σε γειτονικές χώρες (στην Ελλάδα, κυρίως).

Τούτη η εννοιολογική διάκριση είναι όντως βάσιμη. (Αν και κάποιος «κακοπροαίρετος» θα μπορούσε να επισημάνει πως η έννοια του «Απόδημου Ελληνισμού» διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει και ελληνικές μειονότητες γειτονικών χωρών όταν η «αποστολή» του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού ορίζεται ως η «έκφραση όλων των δυνάμεων του απανταχού Ελληνισμού [εν γένει]».) Επιπλέον, η ελληνική επιχειρηματολογία που συνηγορεί υπέρ της άποψης πως το Σύνταγμα της γείτονος υπονοεί ύπαρξη εθνικής μειονότητας ενισχύεται από τη λέξη «δικαιώματα» («μεριμνά για [...] τα δικαιώματα...»), που λείπει από το αντίστοιχο ελληνικό άρθρο.

Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι το εξής: Ακόμη και αν δεχτούμε πως η γειτονική χώρα ενδιαφέρεται όντως για τα δικαιώματα της όποιας πληθυσμιακής ομάδας της ελληνικής επικράτειας που ενδεχομένως οι εθνο-πολιτιστικές της αναφορές είναι κοινές με εκείνες της ΠΓΔΜ, η τροπολογία ΙΙ ως προς αυτό είναι κρυστάλλινη. Η ΠΓΔΜ στο ίδιο της το Σύνταγμα μπαίνει στον κόπο και δηλώνει το αυτονόητο (άλλωστε): «Δεν θα παρεμβαίνει στα κυριαρχικά δικαιώματα [...] ή στις εσωτερικές [...] υποθέσεις» της Ελλάδας. Κατά συνέπεια, τι είδους ζήτημα «αλυτρωτισμού» από τη γειτονική χώρα τίθεται για την ελληνική πλευρά; Μήπως κρίνεται ότι συνιστά «αλυτρωτισμό» απλώς και μόνο η αναφορά σε πιθανή ύπαρξη εθνικής μειονότητας εντός της ελληνικής επικράτειας;

Οποιοδήποτε δημοκρατικό κράτος δικαίου, πόσο μάλλον με μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θεωρεί καίριο πολιτικό ζήτημα τα δικαιώματα των παντός είδους μειονοτήτων, δεν έχει απολύτως κανένα λόγο να «φοβάται» την ύπαρξη εθνικών μειονοτήτων επικαλούμενο λόγους «εθνικής ασφάλειας».

Ο έμπρακτος σεβασμός της πολιτιστικής διαφορετικότητας, που μπορεί να περιλαμβάνει αναγνώριση γλωσσικών, εκπαιδευτικών, λατρευτικών ή άλλων ταυτοτικών δικαιωμάτων, είναι δημοκρατικά ανεπίτρεπτο να θυσιάζεται στον βωμό μιας φοβικής εξωτερικής πολιτικής που διαβλέπει πανταχόθεν απειλές και εδαφικές επιβουλές. Η ανοχή της διαφορετικότητας είναι η αποτελεσματικότερη συνταγή για την εξασφάλιση της ειρήνης και της εδαφικής ακεραιότητας. Η καταπίεσή της οδηγεί απ’ ευθείας στη διασάλευση της μεν και στην υπονόμευση της δε.

Κλείνω επαναλαμβάνοντας τις καταληκτικές φράσεις άρθρου μου σε πρόσφατο αφιέρωμα της «Εποχής» και της «Αυγής» («Το στρατήγημα του Μακεδονικού», 4.2.2018):

«Τώρα λοιπόν που ίσως βρεθεί λύση για το “ονοματολογικό”, εφευρέθηκε άλλο εμπόδιο: ο “αλυτρωτισμός”. [...] Με απασχολεί βέβαια και η θέση της κυβέρνησης της Αριστεράς εν προκειμένω. [...] Θα παγιδευτεί στο εθνικιστικό στρατήγημα του αντιπάλου επιμένοντας και εκείνη στα περί “αλυτρωτισμού”;»

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

   

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας