Ο τίτλος δεν είναι δικός μου. Είναι παρμένος από τις δηλώσεις για τις εορταστικές εκδηλώσεις της 192ης επετείου της Εξόδου των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι. Θα τον χρησιμοποιήσω σαν υπόδειγμα του ελληνικού τρόπου.
Αναφερόμενος στο παρόν, εκκινώντας από το ένδοξο παρελθόν, ο κ. Μητσοτάκης μίλησε για «μια πολιορκημένη χώρα… Μια χώρα η οποία αναζητεί να κάνει τη δική της έξοδο. Την έξοδο προς μια νέα εποχή εθνικής υπερηφάνειας, εθνικής αυτοπεποίθησης και εθνικής ευημερίας». Συμφωνάμε, καμία αντίρρηση, για τους ενωμένους Ελληνες, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Μπάιρον και τα «Ελληνικά Χρονικά».
Από όλα αυτά απουσίαζε η πιο κρίσημη λέξη: Αυτοθυσία ‒ σήμερα δεν την βλέπουμε πουθενά στην ιερότητα και στο περιεκτικό εύρος της. Πράγματι, υπάρχουν πολλοί πολιτικοί που νομίζουν ότι η χώρα είναι όρθια χάρη στις δικές τους υπηρεσίες κι όχι χάρη στην αυτοθυσία των Ελλήνων.
Για να έρθουμε στο παρόν, νομίζαμε ότι η έξοδος της Ελλάδας είχε επιτευχθεί από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή ή, πιο πρόσφατα, από την εποχή του Κώστα Σημίτη (κατά τα λεγόμενα του κ. Σημίτη). Επιπλέον, μπορώ να κατανοήσω την πρόταξη του «εθνικού» τρις, έναντι της ανυπαρξίας του «κοινωνικού».
Αλλά δεν μπορώ να πραβλέψω τα πορίσματα της θεωρίας του στιγματισμένου εαυτού: όποιος ενσωματώνει την πολιορκία και νιώθει τον εαυτό του πολιορκημένο, αρχίζει τέλος να πιστεύει πως, πράγματι, είναι πολιορκημένος και, άρα, προσφέρει την ίδια ποιότητα υπηρεσιών που προσφέρει και ο κ. Καμμένος.
Παρακολούθησα με προσοχή τη ραδιοφωνική συνέντευξη που έδωσε ο αρχηγός της ΝΔ τη Μεγάλη Τρίτη. Επανέλαβε τη θέση του για τέταρτο μνημόνιο, μετά τα τρίτο, προφανώς για να καταρρίψει την κυβερνητική αφήγηση περί «καθαρής εξόδου».
Αλλά και εδώ, αν κάποιος κατηγορεί –δικαίως‒ την κυβέρνηση ότι προτρέχει, εφόσον οι αγορές δεν έγιναν τώρα περισσότερο ενάρετες σε σχεση με ότι ήταν το 2009 και το 2010, από τα λεγόμενα του κ. Μητσοτάκη αποκρύπεται οποιαδήποτε αναφορά στα προαπαιτούμενα ενός τέταρτου μνημονίου. Επίσης, απουσιάζει οποιαδήποτε κριτική στους χειρισμούς των δανειστών και του ΔΝΤ για τη «διάσωση» της Ελλάδας.
Στην ερώτηση «τί περισσότερο μπορείτε να κάνετε εσείς στα προκαθορισμένα όρια των δανειστών αφού στον ορατό ορίζοντα υπάρχουν δεσμεύσεις της χώρας που προδιαγράφουν ασφυκτικά τη δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής», η απάντηση ήταν, περίπου, η συνήθης: «Εμείς μπορούμε καλύτερα» ή και «Ας πάμε τώρα στο δρόμο να ρωτήσουμε τον κόσμο ποιον εμπιστεύονται καλύτερα, εμένα ή τον Τσίπρα, για την υπόθεση της ανάπτυξης και των επενδύσεων». Και επανέλαβε αυτά στα οποία κανείς δεν θα είχε αντίρρηση: «ένα εμπροσθοβαρές αναπτυξιακό σχέδιο που θα αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας».
Αλλά τι δεν είπε; Ότι για να λειτουργήσει η οικονομία στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων της, θα πρέπει να υπηρετηθεί το ατομικιστικό σύστημα που εξακολουθεί να εξυμνεί το κέρδος εις βάρος του ευ ζην και της ικανοποίησης των αναγκών.
Ότι το μόνο που προτείνει είναι το ευκολάκι της «ανάπτυξης» σε μια οικονομία Μίκυ Μάους, παρά τα αδιάσειστα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ιδεολογικό σύστημα που υπηρετεί, έχει εισέλθει στην πιο εκφυλιστική φάση του∙ ότι έχει στερέψει από προτάσεις δράσης και ζωής που αξίζει να την ζεις. Επαναλαμβάνει τα λάθη της κυβερνώσας μερίδας που, επειδή πιστεύει ότι πολεμάει τη δουλεία, έχει μεταθέσει την υπόθεση της απελευθέρωσης για το αύριο.
Κάτι πάει στραβά στη Δανιμαρκία. Και ένα από τα στραβά είναι το παραπάνω υπόδειγμα. Πολλοί κορυφαίοι πολιτικοί ‒και δεν αναφέρομαι μόνον στον κ. Μητσοτάκη‒ δεν έχουν να πουν κάτι που να βγαίνει από την καρδιά τους∙ κάτι που να παρηγορεί και να ενώνει∙ κάτι που να το πιστεύουν και να μπορούν να το υπηρετήσουν. Δεν έχουν να πουν μια ιδέα για τα επείγοντα και τα πιεστικά. Ούτε καν, κάτι σαν συγνώμη.
Αντιγράφουν και αποστηθίζουν, προσαρμόζοντας επιτυχώς, τα κείμενα που έχουν γράψει άλλοι γι’ αυτούς: οι κειμενογράφοι και οι επικοινωνιολόγοι τους. Μια σαλάτα με πιασιάρικες εικόνες, όπως το «πολιορκημένη χώρα», με λίγη ιστορία, λίγο πατρογονικό ηρωισμό, έπαρση, πολλές υποσχέσεις, πολλά «εθνικά», «ελληνορθόδοξα», μαξιμαλιστικά κ.λπ., αναλόγως με το ακροατήριο.
Σημειώστε δε ότι αρκετοί από τους επικοινωνιολόγους έχουν περάσει –μέσω του συστήματος της περιστρεφόμενης πόρτας‒ από την προώθηση, π.χ., φαρμάκων, σοκολάτας και ραβδομπλέντερ, στην προώθηση της πολιτικής ή των πολιτικών. Γράφουν ένα ανέξοδο ουδέτερο χωρίς να δεσμεύονται, αλλά κρύβουν τα δέκα ουσιωδέστερα. Και οι πολιτικοί μπορεί και να μην λένε τίποτα γιατί δεν έχουν κάτι να πουν, ωστόσο λένε κάτι γιατί κάτι πρέπει να πουν.
Στον αντίποδα, ξαναδιαβάζω –με άλλη ματιά πλέον‒ «Τα σιλό» που είχε την καλοσύνη να μου στείλει ο Βασίλης Βασιλικός με ευχές για το Πάσχα: «Χρυσή μου σουσουράδα! Ετσι θά ’χεις τη ζωή σου δολοφονημένη στο χαρτί. Γιατί; Απλούστατα η ζωή δεν αντιγράφεται, καλή μου». Καλό σου Πάσχα κύριε Βασίλη. Καλό Πάσχα σε όλους σας.
