Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κανόνιζαν τις λεπτομέρειες της αναχώρησής τους. Ο μικρότερος από αυτούς σκάλιζε ένα μικρό μπαγλαμαδάκι. Προσπαθούσε να σκαρώσει ένα τραγούδι, από αυτά που είναι πολύ δημοφιλή αυτόν τον καιρό.

Εξω από το καφενείο, οι γυναίκες της φυλής είχαν απλώσει τα πόδια με τις λουλουδάτες φούστες πάνω στις ψάθινες καρέκλες. Χαλαρές μακριές κοτσίδες στους μελαμψούς ώμους. Μωρά σε κάποιες αγκαλιές που κοίταγαν τον κόσμο με περίεργα μάτια. Χρώματα, χρώματα παντού. Γέλια και πειράγματα. Και η φύση γύρω σε πρώιμη άνθιση.

Καμιά δεκαριά φορτηγάκια με ανοιχτές και κλειστές καρότσες ήταν παρκαρισμένα στον δρόμο. Περίμενα τη σειρά μου να πάρω έναν καφέ στο χέρι. Δίπλα μου οι Τσιγγάνοι κουβέντιαζαν για το δρομολόγιο. Πρώτη στάση Θήβα. Μετά Λάρισα. Αν είναι καλά τα μεροκάματα θα μείνουν κάνα μήνα εκεί! Κι ύστερα προς το έμπα του καλοκαιριού θα τραβήξουν για Θεσσαλονίκη. Ο μικρός ακόμα σκαλίζει το μπαγλαμαδάκι, κι εγώ υπόσχομαι στον εαυτό μου πως απόψε το βράδυ, όταν γυρίσω σπίτι, θα βάλω να δω Κουστουρίτσα.

Κάτι ακόμα θέλω να κρατήσω από αυτή τη διάθεση της φυγής που ο καιρός και η εποχή προστάζουν. Και η μουσική, τόσο μοναδική, του Γκόραν Μπρέγκοβιτς, γεννημένου αυτές τις μέρες στις 22 του Μάρτη. Θυμάμαι εκείνη τη σκηνή με το τεράστιο σκιάχτρο σε μια σχεδία και τις αμέτρητες μικρές φωτιές-θυσίες να πλέουν στον ποταμό. Μια φύση γύρω αναστημένη, απαλλαγμένη από οτιδήποτε κακό. Ναι, είναι τώρα ο Καιρός των Τσιγγάνων, σκέφτομαι.

Η ελευθερία είναι βαθιά αποτυπωμένη στον τρόπο ζωής μιας αρχαίας φυλής που ακόμα διαβάζει τα σύννεφα στον ουρανό και παρατηρεί το κελάηδισμα των πουλιών στη Γη. Θέλει κάποιες φορές -δίχως ιδιαίτερη σκέψη- και η δική μας ψυχή να τους ακολουθήσει, τέτοιες μέρες ειδικά, τις πρώτες της Εαρινής Ισημερίας. Μα πού ν’ αφήσουμε, έτσι άμαθοι από ελευθερία, όσα γερά μάς κρατούν στην καθημερινή επανάληψη.

Αν όμως είναι αλήθεια πως μέσα στα μάτια είναι η ψυχή, το πνεύμα και το σώμα, το βλέμμα μας τούς ακολουθεί στην εαρινή τους περιπλάνηση. Εμαθα πρόσφατα πως οι Ινδιάνες, όταν πλέκουν μια κουβέρτα, αφήνουν ένα ελάττωμα στην ύφανση για να ελευθερωθεί η ψυχή. Κοιτάζω τα τέλεια ρούχα των ανθρώπων της δικής μου φυλής. Ολα σωστά ταιριασμένα.

Κανένα μπάλωμα. Να ’ναι κι οι ψυχές εγκλωβισμένες στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Ρωτάω τον μικρό με το μπαγλαμαδάκι αν ξέρει εκείνο το παλιό τραγούδι: «Τρελέ Τσιγγάνε τι με κοιτάς, έρημη μόνη με παρατάς, πάμε Τσιγγάνε, πριν την αυγή, θα ’ρθω μαζί σου και όπου βγει». Με κοιτάει χαμογελώντας. Φυσικά και το ξέρει.