«Η μπαρμπαλάμπραινα γυμνή χαϊδεύει δωροσυσκευή σ’ενα τηλεπαιχνίδι πουλημένο» – «Νεοέλληνας» Τζίμης Πανούσης
«Τι κι αν Νέος Γέρος εκλεγεί / Από το ίδιο καλούπι έχουν βγει» – «Το λυκόφως των χρεών»
Πολιτική σάτιρα μέσω οπερατικού έργου; Ανοίκειο; Ναι αλλά πρωτότυπο. Μα χρησιμοποιεί κλισέ; Ναι για να τα ανατρέψει αλλά και να εκθέσει το συλλογικό φαντασιακό που μας έχει… εκθρέψει.
Επιθεωρησιακό περιεχόμενο; Αφού είμαστε για γέλια και για κλάματα. Κι όμως: Το λυκόφως των χρεών, η όπερα σε παράφραση που υπογράφουν οι Χαράλαμπος Γωγιός, Δημήτρης Δημόπουλος και Αλέξανδρος Ευκλείδης, βασισμένη στο μουσικό δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ «Το λυκόφως των θεών» είναι ανελέητη: κυρίως γιατί στο στόχαστρο βάζει το λαό, την εξαπατημένη Βρουγχίλδη η οποία δεν βάζει μυαλό παρά τις συνεχείς διαψεύσεις της είτε από Νέους είτε από Γέρους, τους οποίους η ίδια αναδεικνύει δια της ψήφου της.
Και τι δεν επιστρατεύουν οι συντελεστές σε αυτήν την ριζοσπαστική παράσταση που ξεσήκωσε μαθαίνουμε θύελλα αντιδράσεων. Γιατί; Γιατί μας έβαλε μπροστά σε έναν καθρέφτη. Και αυτοί είμαστε μπροστά στον καθρέφτη. Δεν μαθαίνουμε από τα λαθη μας μπας και βάλουμε μυαλό κάποτε και αντιδράσουμε περισσότερο υπεύθυνα. Αλλά μας φταίει ο καθρέπτης. Ας στον σπάσουμε λοιπόν: αυτό έκαναν και οι δημιουργοί…
Το σκηνικό σουρεαλιστικό: πάνω από ένα μεγάλο μαρμάρινο μνήμα που κυριαρχεί στη σκηνή κρέμεται ο ιερός βράχος και η Ακρόπολη. Τη σκηνή πλαισιώνουν προτομές που παίρνουν ακόμη και το λόγο.
Όσο για τη μουσική; Το λυκόφως των θεών του Βάγκνερ, ένα μουσικό έργο που μια χούφτα εξαίρετων μουσικών φέρουν σε πέρας, με λιτά μέσα καταφέρνοντας να αποδώσουν το γεμάτο ήχο μιας ολόκληρης ορχήστρας για σχεδόν τρεις ώρες. Ανυπέρβλητος άθλος που στέφεται με απόλυτη επιτυχία.
Η παράσταση είχε από όλα: Μελίνες με άνθη- από τη γνωστή φωτογραφία της Μελίνας Μερκούρη στην Ακρόπολη- που μοίραζαν ψηφοδέλτια στο κοινό, μέχρι Σουλιώτισες, ιστορικά πρόσωπα που έμπλεκαν τις ιστορικές αλήθειες με τους μύθους και τις φήμες που μας πλασάρονται λες και είμαστε «ψεκασμένοι» σε μία αναμέτρηση της λογικής με το παράλογο, τον ηγέτη Σωτήρη ως άλλο Κολοκοτρώνη καρικατούρα πολιτικού που έρχεται ως ήρωας μοιράζοντας ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και φεύγει ως προδότης- έργο που παίζεται στην πραγματική πολιτική σκηνή από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας…
Και ιστορικός χρόνος αυτός της κρίσης και του χρέους «που μόνο λίγο καιρό ξεφουσκώνει και ξανά νέα δάνεια ζητά», κατά το «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…» μουσικό μοτίβο που αντικαθιστά σε καίρια σημεία το συμφωνικό έργο που διανθίζεται από γνωστά ελληνικά θέματα από τον Εθνικό Ύμνο μέχρι παιδικά τραγούδια. Η φαντασία των δημιουργών φέρνει συχνά τη βαγκνερική δημιουργία να συνδιαλέγεται και όχι μόνο μουσικά με την ελληνική πραγματικότητα.
Και οι ιδέες είναι ανεξάντλητες: «Το χρέος ως νέος χρυσός που πουλιέται και αγοράζεται διεθνώς» είναι από τις ατάκες που θυμόμαστε -καίριο σχόλιο των συντελεστών για την παρούσα συγκυρία. Η παράσταση δεν θίγει μόνο το λαϊκισμό των ηγετών, τον προδομένο Έλληνα ψηφοφόρο, τον μύθο του χρέους και των ξένων που θέλουν το κακό μας αλλά τα βάζει και με τον τρόπο αντίδρασης του μέχρι πριν τις κάλπες θεοποιημένου λαού που αργότερα αντιδρά συγκινησιακά φορτισμένα, αλόγιστα ως άλλη βασίλισσα του δράματος ή drama queen όπως λέμε στην καθομιλουμένη. Κι όταν όλα γκρεμίζονται, ακόμη και ο ιερός βράχος με το εποικοδόμημα, κάθε ιερό και όσιο -πως να μην επαναστατήσει η κριτική;- δεν υπάρχει λύτρωση αλλά αυτοκαταστροφή.
«Είδατε την καταστροφή του κόσμου» μαζί με την καταστροφή αρκετών ακόμη «κόκκινων γραμμών»: «είδατε το δίκαιο να βιάζεται και τη βία να νομιμοποιείται» ή κάπως έτσι είναι δύσκολο να ανακαλέσεις με ακρίβεια τον πυκνό λόγο που περιέκλειε πολλά που σε ταρακούνησαν σε μία παράσταση που το γέλιο δεν έβγαινε ακριβώς αβίαστο, αφού μπορεί και να μην ήταν αυτός ο στόχος, αλλά σε έκανε σίγουρα να κουνάς το κεφάλι σκεπτικά και να χαίρεσαι που αν μη τι άλλο υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που βλέπουν το κωμικοτραγικό των καταστάσεων που ζούμε και καταφέρνουν να το θίγουν με έναν δηκτικό τρόπο εκθέτοντάς το, χωρίς να καταντούν διδακτικοί, ως άλλοι από καθέδρας κριτικοί.
Και στο προσκλητήριο όπου μπλέκονται θύτες, θύματα αλλά και άσχετοι μπορείς πια να γελάσεις με τη διαβρωτική διάθεση των συντελεστών όταν μετά τον Όθωνα τον βασιλιά των Ελλήνων ακούς το όνομα του Ότο Ρεχάγκελ κι ακόμη αυτό του Ντέμη Ρούσου ανάμεσα σε διεθνούς εμβέλειας Έλληνες δημιουργούς αλλά και σύγχρονους πολιτικούς διαχειριστές της κρίσης…
Καλά και ο Τζιμάκος που μπλέκει; Έτυχε να δούμε την τελευταία παράσταση που συνέπεσε με την είδηση του θανάτου του μέγα νεοέλληνα κωμικού που επίσης ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων με το «βλάσφημο» πνεύμα του. Και έτυχε στους γάμους του λαού-Βρουγχίλδης με τον Εκσυγχρονισμό, όταν ο ηγέτης Σωτήρης την πούλησε για να παντρεφτεί τη Λογική, το δώρο της να είναι μια καφετιέρα και αναπόφευκτα έγινε ο συνειρμός με την Παπαλάμπραινα.
Μπορεί να έχω διεστραμμένο συνειρμό αλλά δέχομαι ως εξήγηση και την εκδοχή ενός εκ των συνθεατών μου, περισσότερο ίσως πολιτικοποιημένου που μου θύμισε τις καφετιέρες και τον οικιακό εξοπλισμό που μοίραζε η Siemens σε στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καφετιέρα που έκανε εμφάνιση και σε δήλωση του πρωθυπουργού κατά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης: «Η ανομία δεν πίνει καφέ μόνο στα Εξάρχεια κύριε Μητσοτάκη, αλλά και στο σαλονάκι του κόμματός σας και μάλιστα από καφετιέρα Siemens».
Η αλήθεια είναι ότι παρακολουθήσαμε την παράσταση από τον εξώστη με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να διακρίνουμε τη μάρκα της συσκευής…
