Γεμάτα είναι τα λιόφυτα με ανθρώπους ετούτες τις ημέρες, να μαζέψει ο κόσμος τη σοδειά του, να βγάλει το λάδι της χρονιάς και να κρατήσει και μερικές ελιές για βρώσιμες. Με πανιά είναι σκεπασμένα τα χωράφια· όσοι έχουνε μουρέλα ραβδίζουνε το χαμηλό δεντράκι να ρίξουνε χάμω τον καρπό κι όσοι έχουνε τσουνάτες κάνουνε υπομονή να ωριμάσουνε οι ελιές και να πέσουνε μονάχες τους. Σακιάζουνε το πράσινο χρυσάφι, το φορτώνουνε σε καρότσες και πιάνουνε σειρά στο ελαιοτριβείο για άλεσμα.
Βρέθηκα κι εγώ κάποιον χειμώνα με κάτι μουρελάκια στην επίβλεψή μου και ξεκίνησα ένα πρωί να πάω, λέει, να τα ραβδίσω. Ηλιόλουστη ήτανε η μέρα, στάθηκα στον φούρνο να πάρω κατιτίς για κολατσιό, γέμισα και το θερμός με ζεστό καφεδάκι, φόρεσα ξανά και τις παραλλαγές που μου ξεμείνανε απ’ τον στρατό και κατέφτασα στο λιόφυτο. Χαμογελούσε η φύση γύρω τριγύρω μες στην πρωινή υγρασία, ξεσηκωθήκανε τα αγριοπούλια από την αναπάντεχη επίσκεψή μου, κρέμασα κι ένα τρανζιστοράκι σ’ ένα κλαδί καταπώς είχα δει να κάνουνε οι παλιότεροι και στρώθηκα στο μεροκάματο, μες στη ρομαντική διάθεση και τη φυσιολατρία.
Παρέκει ραβδίζανε από μέρες κάτι πρώτα μου ξαδέρφια, επαγγελματίες αγρότες αυτοί, και προσφερθήκανε να με συνδράμουνε, μπας και τελείωνα μιαν ώρα αρχύτερα. Φέρανε τα πανιά τους, φέρανε και τη γεννήτρια με το ηλεκτρικό ραβδιστήρι κι εμπρός βήμα ταχύ. Ισαμε να προλάβω να ραβδίσω ένα κλαδί, αυτοί είχανε τελειώσει δυο μουρέλα. Δεν πρόφταινα να τους σέρνω τα πανιά κι είχανε κιόλας πάει παρακάτω. Κι ενώ η γλώσσα μου κάποια στιγμή πρέπει ν’ ακούμπησε στο νοτισμένο χώμα, αυτοί είχανε ψιλή κουβέντα λες και κάθονταν στο καφενείο.
Πάει η ρομαντική διάθεση, πάει η φυσιολατρία και το τρανζιστοράκι απέμεινε κρεμασμένο στην αρχή του λιόφυτου, να μουρμουράει με τους σπίνους και τους κοκκινολαίμηδες. Κι εγώ ξεγλωσσισμένος να προσπαθώ να προλάβω το «Τσάμπιονς Λιγκ του μουρέλου», όπως τους ονομάτισα. Ούτε δεκατιανό βάλαμε στο στόμα μας, ούτε μισή γουλιά καφέ· είχανε κι άλλες δουλειές μετά κι έπρεπε να τελειώνουμε, μου είπαν.
Σαν μεσημέριασε, με αποχαιρετήσανε φρεσκότατοι για να πάνε στα πρόβατα κι εγώ κατέρρευσα πάνω σ’ ένα πανί, σαν το ασήκωτο τσουβάλι. Τρεις μέρες πονάγανε τα κόκαλά μου· δεν είναι εύκολες δουλειές αυτές εντέλει, ειδικά σαν τις κάνεις με τους ειδικούς.
Κι όποτε βλέπω ανθρώπους στο λιομάζωμα, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες σαν και του λόγου μου, αναθυμούμαι αυτή την ιστορία. Καλή βεντέμα σε όλους, που λέμε και στην Κρήτη.
