Ι.Ν. Μαρκόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πώς θα μπορούσε άραγε να ανθίσει το δέντρο της Παιδείας όταν η παγκοσμιοποιημένη αγορά το έχει προ πολλού βάλει στο στόχαστρο, για να το φέρει στα μέτρα της, προωθώντας την εξειδικευμένη εκπαίδευση εις βάρος της Παιδείας και μεταφέροντας το έργο της διαπαιδαγώγησης από τον δημιουργικό χώρο του σχολείου και του Πανεπιστημίου στους αγοραίους και ανεξέλεγκτους δρόμους του διαδικτύου και της ρηχής κουλτούρας των ΜΜΕ;

Το κακό, στον ευρωπαϊκό χώρο, ξεκίνησε για την τριτοβάθμια εκπαίδευση με τη διακήρυξη της Μπολόνια το 1999, που αυτό που στην ουσία της επιδιώκει είναι μια ευρωπαϊκή εκπαιδευτική εναρμόνιση, που αργά ή γρήγορα θα πρέπει να οδηγήσει σε μια πλήρη ομογενοποίηση εκπαιδευτικών στόχων, προγραμμάτων και πρακτικών.

Για να γίνει αυτό, όσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά, θα πρέπει τα Πανεπιστήμια να διοικούνται όπως οι επιχειρήσεις, με ξερούς γραφειοκρατικούς υπολογισμούς και ισολογισμούς, με μάνατζερ, διευθυντικά στελέχη, προϊόντα προς πώληση και πελάτες.

Αυτό που καθημερινά βιώνει το σύγχρονο επιχειρηματικό Πανεπιστήμιο –που από ό,τι φαίνεται, σε σύντομο δυστυχώς διάστημα θα «μεταφερθεί» ολόκληρο στο Διαδίκτυο, ως «εικονικό Πανεπιστήμιο»– είναι μια συχνότατη, ανούσια, γραφειοκρατική και χρονοβόρα ενασχόληση συλλογής και κατάθεσης προσωπικών εκπαιδευτικών και ερευνητικών δεδομένων και δεικτών, και η τελική εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση προσωπικού και μονάδων.

Οι δείκτες βέβαια αυτοί δεν μπορούν εύκολα να καταγράψουν ούτε τις ακαδημαϊκές εξαρτήσεις και δικτυώσεις, που συχνά συμβάλλουν στην εμφάνιση μιας πλασματικής εικόνας, ούτε τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά ενός εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου, που δεν είναι δυνατόν να «μετρηθεί» και να αξιολογηθεί με ποσοτικούς καθαρά δείκτες, εντελώς θετικιστικά και τεχνοκρατικά.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι διόλου παράξενο που βασικότατα χαρακτηριστικά για μια ουσιαστική Παιδεία –αλλά και για μια εξειδικευμένη εκπαίδευση, που κι αυτή θα πρέπει να βασίζεται πάνω σε ένα ουσιαστικό αξιακό περιεχόμενο, πράγμα που φαίνεται να αγνοεί η ηγεσία της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής– υποβαθμίζονται ή δεν έρχονται καν στο προσκήνιο.

Η δημιουργικότητα, για παράδειγμα, ουσιαστικό στοιχείο για μια ευτυχισμένη ζωή, που όμως αρκετά συχνά απαιτεί να πηγαίνει κανείς ενάντια στο ρεύμα, να ρίχνει πού και πού και λίγη άμμο στα γρανάζια του συστήματος και όχι συνέχεια να τα λαδώνει.

Η αναλυτική και συνθετική ικανότητα, που μαζί με την κριτική σκέψη συμβάλλουν σε μια κοινωνικά χρήσιμη, δημιουργική ζωή. Η σωστή, ποιοτική διαχείριση του τεράστιου, εύκολα προσβάσιμου σήμερα, όγκου πληροφοριών παντός είδους.

Η μαχητική αντίσταση απέναντι στην επιδιωκόμενη, από το σύστημα, χειραγώγηση, ιδιαίτερα των νέων ανθρώπων, μέσω αγελαίων προτύπων, συμπεριφορών και αισθημάτων, αλλά και εκπαιδευτικών διακηρύξεων και μεταρρυθμίσεων, όπως αυτή της Μπολόνια, που επιδιώκει τη δημιουργία ενός αντιπαραγωγικού, άγευστου πανευρωπαϊκού εκπαιδευτικού χυλού.

Το καταστροφικό αυτό σκηνικό, ιδιαίτερα για τη ζωή των νέων ανθρώπων, που είναι για το σύστημα οι πλέον ευάλωτοι και διαχειρίσιμοι, δεν είναι προϊόν άγνοιας ούτε στήθηκε ασφαλώς τυχαία από τους εξπέρ μιας αποδοτικής καπιταλιστικής πολιτικής στην εκπαίδευση. Μέσω μιας τέτοιας ομοιόμορφης εκπαιδευτικής πολιτικής και διαδικασίας επιτυγχάνεται κατά τον καλύτερο τρόπο η ρύθμιση και ο έλεγχος της κοινωνίας, και ιδιαίτερα του πολύ σημαντικού μέρους της, της αγοράς εργασίας.

Με την ευφυή μάλιστα επινόηση της έννοιας των «ευέλικτων αποφοίτων» και των προγραμμάτων διά βίου μάθησης, με τον τρόπο που αυτά εφαρμόζονται, κυρίως προσανατολισμένα, και εδώ, στην επαγγελματική σφαίρα και την ανάδειξη των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων των εκπαιδευομένων (φτηνά χέρια εργασίας), ο έλεγχος αυτός, με την εξουσιαστική του φύση, θα συνοδεύει απειλητικά τον κάθε άνθρωπο μέχρι και την τρίτη του ακόμη ηλικία.

Είναι προφανές ότι μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, πόσο μάλλον όταν υπάρχουν δυστυχώς και οι μνημονιακοί καταναγκασμοί, δεν υπάρχουν παρά δύο μόνο δρόμοι αντιμετώπισης των εκπαιδευτικών πραγμάτων, και όχι μόνο.

Ο ένας είναι ο επαναστατικός δρόμος της πλήρους ρήξης, σε όλα προφανώς τα επίπεδα, και της αποχώρησης από τη διεθνή, καπιταλιστικά δυστυχώς διαρθρωμένη, σκηνή. Είναι ο δρόμος του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας, που απαιτεί όμως πολλά κότσια, σοβαρή και μακροχρόνια δουλειά στο εσωτερικό της χώρας και χαρακτηριστικά που δυστυχώς δεν φαίνεται να τα διαθέτουμε.

Ο δεύτερος δρόμος είναι να προσπαθήσει κανείς να κάνει το καλύτερο υπό τις παρούσες συνθήκες, με τα όποια λάθη και τις όποιες παραλείψεις.

Αν αυτός είναι τελικά ο δρόμος που θα ακολουθηθεί, τότε όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η γενική φιλοσοφία των προτεινόμενων ρυθμίσεων, στον νόμο για τα ΑΕΙ, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι προς μια θετική κατεύθυνση, που ωστόσο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει στη βάση του το μέγα ζήτημα της έλλειψης ουσιαστικής Παιδείας στη χώρα μας, όπως και διεθνώς.

Μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα του οικονομισμού, του εργαλειακού ορθολογισμού, του κοινωνικού ελέγχου και της ανθρώπινης εκμετάλλευσης, η Παιδεία πάντα θα αργεί.

*καθηγητή Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ