Περιδιαβάζοντας ο αναγνώστης τη Via Dolorosa της Νατάσας Χατζιδάκι δεν οδηγείται σε τόπο μαρτυρίου, αλλά στο ξέφωτο μιας ποίησης γεμάτης ρυθμό, ένταση και σπάνια γλωσσική και εκφραστική τόλμη.
Η μεταθανάτια κυκλοφορία της συλλογής (μόλις έναν μήνα μετά την εκδημία της ποιήτριας) δεν γράφει τον επίλογο μιας σπουδαίας γυναικείας φωνής της ποιητικής γενιάς του ’70 (πρώτη εμφάνιση: «Στις εξόδους των πόλεων», 1971, εκδ. Περγαμηνή), αλλά διαγράφει τη συνέχεια (αναγκαστικά ανολοκλήρωτη) μιας γραφής που τελειοποιεί συνεχώς τα μέσα και τους τρόπους της.
Τα 69 ποιήματα της συλλογής συγκροτούν ένα συμπαγές και συνάμα πολυπρισματικό μωσαϊκό, όπου κάθε είδους χωρο-χρονικές συμβατικότητες καταρρέουν μπρος στο γλωσσικά και ποιητικά αναπότρεπτο. Ο μεταμοντέρνος λυρισμός της Χατζιδάκι, αποτέλεσμα αφαίρεσης και γλωσσικής καθαρότητας, αποφεύγει κάθε είδους συναισθηματικές ενατενίσεις και ρητορικές εξάρσεις. Ετσι η πικρή ειρωνεία που τον διαποτίζει φτάνει στην ουσία των πραγμάτων, του λόγου, της ποίησης.
Η ποιητική γραφή της Χατζιδάκι έχει σιγουριά και εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Δεν αμφιβάλλει. Δεν αμφιταλαντεύεται. Με στωικότητα και θάρρος κοιτάζει κατάματα τη συντριβή. Και τη σχολιάζει. Γι’ αυτό και ο λόγος της είναι κοφτός. Μετρημένος. Δεν περισσεύει και δεν λείπει τίποτα. Οι σύντομες, ενίοτε δίχως ρήμα, προτάσεις χαρακτηρίζουν τη συλλογή. Ωστόσο η συντομία της έκφρασης δεν την αποτρέπει από τον πειραματισμό με την εκτεταμένη φόρμα του καταλόγου (π.χ. «Προπατορικό Αμάρτημα ή Το Κρυπτόν Κρυπτό Κρυφτό Το εν Κρυπτώ», σ. 14).
Η Χατζιδάκι επαναφέρει τον λόγο στην αρχετυπική λειτουργία του ως ήχου. Μέσα από ευρηματικές παρηχήσεις (π.χ. «Στις φυλλωσιές των φιλιών σου» σ. 14), επαναλήψεις («Σαν Εκδημες εν Εκδημία Εκδικητικές» σ. 7) και αντιθέσεις («φωτισμένο με σκοτάδι/σκοτεινιασμένο με φως» σ. 9) αναδεικνύει τη μουσικότητα της γλώσσας σε βασικό εργαλείο ποιητικής, το οποίο εκμεταλλεύεται στο έπακρο.
Αυτή η διττή υπόσταση της λέξης ως ήχου και ως σημασίας αρχικά ξαφνιάζει τον αναγνώστη και στη συνέχεια τον μαγεύει, καθώς εκείνος αφήνεται σταδιακά ολοένα και περισσότερο σε αυτή την ιδιαιτερότητα του γλωσσικού ιδιώματος της ποιήτριας.
Κάθε λέξη ζυγιάζεται ως προς το νόημά της και βρίσκει την κατάλληλη θέση μέσα στο ποίημα. Ιδιότυπα σύνθετα και τολμηρές γλωσσικές επιλογές, όπως «Αστροπελεκητές» (σ. 86), «παραπροϋπολογισμό» (σ. 138) αναστατώνουν το γλωσσικό υπόστρωμα μεταφράζοντας τη σημασιολογική πολλαπλότητα των λέξεων σε πολλαπλότητα των αισθημάτων. Ενίοτε παρατηρείται μια κάποια νοηματική ερμητικότητα, καθώς και μια γλωσσική εκζήτηση, οι οποίες όμως δεν ακυρώνουν το συνολικό αποτέλεσμα.
Η διακειμενική μνήμη είναι διάχυτη στο κείμενο. Ο Σέξπιρ, ο Θουκυδίδης και ο Ντίκενς κατατάσσονται μεταξύ των ομολογημένων λογοτεχνικών οφειλών, ενώ θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στην κατά λέξη και μάλιστα κεφαλαιογράμματη μετάφραση («ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΣΕ ΜΙΣΩ» σ. 47) της έναρξης «Odi et amo» του περίφημου ποιήματος 85 του Κάτουλλου.
Μάλιστα η ποιήτρια συνολικά δείχνει να έχει μια αξιοσημείωτη αγάπη σε λατινικά γλωσσικά δάνεια (π.χ. «Semper Eadem» σ. 29, «Acta est fibula» σ. 132) και υπαινιγμούς στη ρωμαϊκή αρχαιότητα (σσ. 75, 121). Εξίσου έντονη (ποιοτικά και ποσοτικά) είναι και η παρουσία του βιβλικού λόγου στη συλλογή είτε σε γλωσσικό (π.χ. «Να Μην Πλανάσαι, Πλάνην Οικτράν» σ. 56) είτε σε συμβολικό επίπεδο (π.χ. «Σωστικό Συνεργείο» σ.107).
Ομως η μνήμη της συλλογής εκτός από διακειμενική είναι και πολυμεσική, μιας και ο αναγνώστης μπορεί να βρει ίχνη π.χ. από την «Εβδομη Σφραγίδα» του Iνγκμαρ Μπέργκμαν (σ. 46) ή ακόμα και από τον «Μονομάχο» του Ρίντλεϊ Σκοτ (σ. 75). Ετσι έρχεται αντιμέτωπος με ένα κείμενο ανοιχτό, πολυφωνικό που προ(σ)καλεί αλλεπάλληλες και πολύτροπες αναγνώσεις.
Η μνήμη, ο πόνος, η απώλεια, ο θάνατος και ο έρωτας συγκαταλέγονται ανάμεσα στις βασικές θεματικές της συλλογής, ενώ εξίσου συχνό είναι και το ζήτημα της συναλλαγής, η οποία ξεκινά από εμπορική και οικονομική και σταδιακά μετεξελίσσεται σε συναλλαγή συναισθημάτων και αξιοπρέπειας.
Καταστατική για τη συλλογή είναι και η μεγέθυνση του καθημερινού, του για τους πολλούς τετριμμένου και ασήμαντου με στόχο την αναγωγή του σε φιλοσοφικά σπουδαίο και ποιητικά καίριο. Εδώ ανήκουν ποιήματα εξαιρετικής ποιητικής ευαισθησίας, όπως «Βιτρίνα Κοσμηματοπωλείου» (σ. 40), «Μια Εικόνα» (σ. 42) και «Τα χέρια» (σ. 72).
Η αγωνία για τον μεταθανάτιο βίο του ποιητή είναι διάχυτη στη Via Dolorosa. Η ποιήτρια αναμετριέται με τον πόνο και την απώλεια σε συνεχή και αμφίρροπο αγώνα, με μόνο όπλο τον ειλικρινή και γεμάτο ρυθμό και μουσικότητα ποιητικό της λόγο. Ο θάνατος είναι παρών άλλοτε ως αμετάκλητη ακύρωση της ζωής και αναίρεση του λογοτεχνικού έργου και άλλοτε ως ένα είδος αναστολής που υπαγορεύει την επαναδιαπραγμάτευση της πραγματικότητας (π.χ. «Ασκηση Σιωπής ή Savoir Mourir» σ. 26).
Γράφει η Χατζιδάκι στο ποίημα «Προτομές ή Mostly» (σ. 67): «Εσύ που έγραψες αυτά που έγραψες ως σώμα δεν υφί-/στασαι, γιατί δεν πρόκειται τίποτε πλέον να συγ-/γράψεις» σ. 67. Κι όμως το σώμα της ποίησης που μας άφησε είναι σώμα ανοιχτό, πολλαπλό, αενάως μεταμορφούμενο και γι’ αυτό ζων.
