Ως προς την πολιτική ρητορεία της «κρίσης» και το «νέο σχέδιο Mάρσαλ» εντρυφώ στις πηγές της μεταπολεμικής περιόδου, τουλάχιστον έως το 1952. Η εγχώρια πρόσληψη του «European Recovery Programm» συνοδεύεται από διατυπώσεις αρκετά γνώριμες πια:
«η σημερινή ψυχολογία πανικού», «ομαδική απόλυσις όλων των διορισθέντων επί Κατοχής εις το Δημόσιον ή Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου», «επιβάλλεται έκτακτος εισφορά», «οι δημόσιοι υπάλληλοι διαμαρτύρονται διά τους μισθούς και τας ομαδικάς απολύσεις», «διά την Ανασυγκρότησιν χρειάζονται θυσίαι», «οι φορολογίες πλήττουν τους μικρούς και αφήνουν ασύδοτους τους μεγάλους κερδοσκόπους», «σταθερή απειλή της διαγραφής» του δημόσιου χρέους, «υπέγραψε η κυβέρνηση όχι ο ελληνικός λαός», «ειλικρινής συνεργασία μεταξύ των εκπροσώπων του κράτους, όλων ανεξαιρέτως των παραγωγικών τάξεων, και των ξένων εμπειρογνωμόνων», «επιβάλλεται σιωπή διά το σύμπλοκον των μέτρων που θα δεσμεύουν την οικονομίαν του τόπου διά μακράν σειράν ετών», «οι άγευστοι των καθ’ ημάς πραγμάτων Αμερικανοί σύμβουλοι», «το Διεθνές Νομισματικόν Ταμείον ανακοινοί» (ψάχνω να εντοπίσω γελοιογραφίες με το «Fund» να συνεπάγεται «φούντο»), «τα πλέον δραστικά μέτρα περιορισμού των δημοσίων δαπανών», «το ασύλληπτο ισοζύγιο εσόδων και δαπανών», «να θέσωμεν οριστικώς τέρμα εις την φοροδιαφυγήν και την αναρχίαν των ειδικών ταμείων»…
Η υπάρχουσα, ως προς το ειδικότερο θέμα μας, βιβλιογραφία περιορίζεται κυρίως σε αναφορές στο αυτοτελές βιβλίο του Μπάτση: «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα» (1947, 1977). Συνήθως αποσιωπάται η δραστηριότητα της ΕΠ-ΑΝ και η παρουσία του Ανταίου και μάλλον δεν αποσαφηνίζεται το σύνθετο πλέγμα των σχέσεων του συλλόγου και του περιοδικού με την κομμουνιστική Αριστερά.
Πρόκειται, επίσης, για αναφορές στο πλαίσιο ευρύτερων εργασιών οικονομικής ιστορίας, μολονότι έχουν ήδη υποδειχθεί αρκετές αδυναμίες ή μονομέρειες μιας τέτοιας οπτικής που δεν συνυπολογίζει τις σύστοιχες κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους.
Η επιφυλλίδα μου θα κινηθεί στην τροχιά της ιστορίας των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών με μεθοδολογική σκευή ιστορικοκριτική. Ως προς τη δομή της, θα προηγηθεί, συνοπτικά βέβαια, η επισήμανση ορισμένων μεσοπολεμικών θεωρημάτων και ιδίως ο τρόπος που αυτά επιβιώνουν ή μεταπλάθονται.
Ακόμη, θα επακολουθήσουν ορισμένες νύξεις ως προς τη μετεμφυλιακή πρόσληψη των επεξεργασιών του Ανταίου, ιδίως από την ΕΔΑ που για την πραγματοποίηση της «εθνικής δημοκρατικής αλλαγής» επιστρατεύει και την «εθνική αστική τάξη».
Επιστρέφω έτσι στο κείμενό μου που δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (8.5.2017) και συνεχίζω:
10) αν το ανακριτικό κείμενο διακρίνεται για την ισχνή προσφυγή στην ιστορία των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών, γιατί θα έπρεπε να συμμορφωθούμε σ’ αυτό;
Δηλαδή, γιατί οι σημερινοί αναγνώστες/τριες να αρκεσθούν στα όσα καταχωρίζονται -ενδεικτικά- για τους Γ. Δούμα, Μ. Οικονόμου, ζεύγος Ιμβριώτη και «Χρήστο» [=Χαράλαμπο] Θεοδωρίδη; Οσο για τον «Εκπαιδευτικό όμιλο» ή το ΣΚ-ΕΛΔ και το «Κόμμα Σοφιανοπούλου», ας μην επιμείνω στα των «υπομνηματιστών»…
11) και ενώ ορθά υποστηρίζεται ότι επιχειρείται «σκόπιμα» να «υποτιμηθεί» η «αξία» του Μπελογιάννη ως «ηγετικού στελέχους» «τυφλού οργάνου» του ΚΚΕ, γιατί να παραβλέψουμε την τριβή του στο πεδίο της οικονομικής και πολιτικής σκέψης και να αρκεσθούμε σε κάποια μόνο συνεργασία του στον Δημοκρατικό Στρατό (έτους 1949 και όχι 1948);
12) επιπλέον, γιατί οι σημερινοί αναγνώστες/τριες θα ικανοποιηθούν με όσα κατέγραψε η Ασφάλεια για τον Γ. Κορδάτο;
Δηλαδή, «έχομεν την γνώμην ότι ούτος από πολλού χρόνου ειργάζετο υπέρ της επικρατήσεως του ΚΚΕ και τα αντιθέτως παρ’ αυτού υποστηριζόμενα δεν είναι αληθή»; Τι ακριβώς είπε ο Μπελογιάννης κατά την απολογία του στην πρώτη δίκη για τον Κορδάτο; Εικοσάχρονη είχε χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Ν. Φλογαΐτης σε σχέση με τον «ιστορικό υλισμό» των Ζεύγου και Κορδάτου;
13) γιατί παρακάμπτεται η απόφανση της «Εκθέσεως» ότι η Ελλη Ιωαννίδου συγκαταλέγεται μεταξύ των «καλλιτέρων θεωρητικώς κατηρτισμένων κομματικών στελεχών» και για τούτο «εχρησιμοποιήθη κυρίως εις τον τομέα της διαφωτίσεως του ΚΚΕ και της μορφωτικής-θεωρητικής καταρτίσεως κομματικών στελεχών»; Δηλαδή, γιατί αποσιωπώνται τουλάχιστον δύο ακόμη άρθρα της στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», με αντικείμενο μάλιστα τη «μορφωτική» ή «διαφωτιστική δουλειά»;
14) ως προς το ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής και πολιτικής γείωσης της περιόδου: πώς μπορεί να επακριβώνεται ότι η «επανάσταση» που άρχισε ο «Δημοκρατικός Στρατός» συνεπαγόταν, όπου επικρατούσε, την εγκαθίδρυση «διχτατορίας του προλεταριάτου»; Και πώς, μετά την αναπότρεπτη ήττα, θα προβάλλεται ξανά το αίτημα του «πανδημοκρατικού μετώπου» και της ανασύνταξης του «λαϊκοδημοκρατικού κινήματος» (κατά τη φρασεολογία του «Βοηθήματος για την ιστορία του ΚΚΕ», 1952); Η τωρινή ιστοριογραφία, πολυμερής ή όχι, τι υπογραμμίζει σ’ αυτά τα σημεία;
15) ο Μπελογιάννης στην απολογία του (από αυτήν προέρχεται και ο τίτλος του παρόντος κειμένου) μνημόνευσε ότι σε «1.700 φτάνουν οι δημοκρατικοί πολίτες που σφαγιάσθηκαν από τις αρχές του 1946». Ενα από τα θύματα της «Λευκής Τρομοκρατίας» ήταν κι ο Γιώργος Στουρνάρας (κατά τον Δεκέμβριο του 1945 στα Ιωάννινα).
Ο σύζυγος της θείας μου με παρακάλεσε να ρωτήσω τον «παππού» πότε παύει να υπάρχει αστυνομία. Κι αυτός κοφτά μού απάντησε: Οταν η «δημόσια εξουσία» θα απολέσει τον «πολιτικό της χαρακτήρα» και η «υπέρβαση» του «στενού ορίζοντα του αστικού δικαίου» θα συνεπάγεται και την εξαφάνιση κάθε αστυνομικής υπηρεσίας.
Οσο για τη «σοσιαλιστική κοινωνία», δεν θα πρόκειται για κράτος που θα αντιστοιχεί σε «αστυνομικό-στρατιωτικό δεσποτισμό, εξωραϊσμένο με κοινοβουλευτικές μορφές»…
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας στο Παν/μιο Ιωαννίνων
