Aνταπόκριση
Ανοιξε αυλαία το 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου κι όπως ήταν αναμενόμενο η παγκόσμια πολιτική σκηνή πρωταγωνίστησε στην έναρξή του. Οχι μόνο γιατί το Φεστιβάλ Βερολίνου έχει ταυτιστεί με μια κοινωνική και πολιτική εγρήγορση εδώ και χρόνια, αλλά και γιατί στους χώρους του, καλλιτέχνες απ’ όλον τον κόσμο, βρήκαν ευκαιρία να εκφραστούν για τις ζοφερές μέρες που διανύουμε ακριβώς τώρα.
Η αρχή έγινε στη συνέντευξη Τύπου της κριτικής επιτροπής της φετινής Berlinale. Ως μέλος της επιτροπής, η Μάγκι Τζίλενχαλ δήλωσε: «Για μένα, ως Αμερικανίδα, είναι απίστευτο να βρίσκομαι σ’ ένα τέτοιο, διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ αυτή τη χρονική στιγμή. Θέλω ο κόσμος να ξέρει ότι υπάρχουν πολλοί πολλοί άνθρωποι στη χώρα μου έτοιμοι ν’ αντισταθούν».
Δίπλα στα υπόλοιπα μέλη της πολυσχιδούς επιτροπής (η Τυνήσια παραγωγός Ντόρα Μπουσουσά, ο καλλιτέχνης Ολάφουρ Ελίασον από την Ισλανδία, η Γερμανίδα ηθοποιός Γιούλια Γεντς και ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος Γουάνγκ Κουαν’αν από την Κίνα), τον λόγο πήρε δυναμικά ο Ντιέγκο Λούνα, ο οποίος μπορεί πια να κάνει διεθνή καριέρα (τελευταία ως πρωταγωνιστής του «Rogue One: A Star Wars Story»), αλλά στιγμή δεν αφήνει πίσω τη μεξικανική ταυτότητά του.
«Ανέκαθεν έψαχνα τρόπους για να γκρεμίζω τείχη – υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ειδήμονες εδώ, στο Βερολίνο και θέλω να μεταφέρω τη γνώση τους πίσω στο Μεξικό», είπε ο Ντιέγκο Λούνα, αναφερόμενος προφανώς (αλλά χωρίς να το ονοματίσει), στο επικείμενο σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ να υψώσει τείχος στα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικού.
«Το μόνο θετικό στοιχείο σ’ όλο αυτό είναι η αντίδραση που προκάλεσε -θέλω να είμαι μέρος της, ν’ αποκηρύξω όλη την ανοησία και το μίσος. Διασχίζω τα σύνορα τρεις ή τέσσερις φορές τον μήνα κι υπάρχουν τόσες ιστορίες αγάπης στην άλλη πλευρά».
Ο Πολ Βερχόφεν από την άλλη, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής φέτος, με το φορτίο της μεγάλης επιτυχίας της τελευταίας ταινίας του, «Εκείνη», προτίμησε να παραμείνει σε… κινηματογραφική θεματολογία: «Βρίσκομαι εδώ μόνο για να βλέπω ταινίες», είπε, «χωρίς πολιτικές προκαταλήψεις.
Το ζήτημα του φεστιβάλ είναι η ποιότητα των ταινιών». Και καθώς η Μάγκι Τζίλενχαλ δεν έχανε ευκαιρία στη διάρκεια της συζήτησης να επαινεί το «Εκείνη» («είμαστε πεινασμένοι για περισσότερες τέτοιες ταινίες», όπως είπε), κέρδισε την παιχνιδιάρικη απάντηση του Βερχόφεν: «Ισως μπορούμε να το κάνουμε και μαζί». Ετσι, αν στο μέλλον δούμε την Τζίλενχαλ, πρωταγωνίστρια του Βερχόφεν, θα ξέρουμε πώς προέκυψε η ιδέα.
Η ίδια η ταινία που άνοιξε τη φετινή Berlinale ήταν, επίσης, ξεκάθαρα μια πολιτική επιλογή. Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ως σκηνοθέτης, ο συνήθως παραγωγός Ετιέν Κομάρ επέλεξε ν’ αφηγηθεί την ιστορία του Τζάνγκο Ράινχαρντ, του παθιασμένου, ρηξικέλευθου, πρωτοποριακού τζαζίστα των αρχών του περασμένου αιώνα, ενός Τσιγγάνου από το Βέλγιο που με τη δύναμη της έμπνευσής του άλλαξε για πάντα τη μουσική ιστορία.
Η ταινία ασχολείται με τα δυο χρόνια στα οποία ο Ράινχαρντ αναγκάστηκε να παίζει μουσική με την μπάντα του στο υπό ναζιστική κατοχή Παρίσι. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Ρεντά Κατέμπ χτίζει έναν ήρωα μπριόζο, τολμηρό κι ενστικτώδη, ωστόσο η ταινία ξεδιπλώνεται επίπεδα, φλύαρα, χάνοντας στην έκτασή της τη δύναμη του περιεχομένου της.
Τολμηρή, ωστόσο, η επιλογή της Berlinale ν’ ανοίξει το πρόγραμμά της μ’ ένα φιλμ που, από τη μια μεριά, είναι δυναμικά αντιναζιστικό και, από την άλλη, ασχολείται με τον διωγμό των Τσιγγάνων από τους φασίστες κατακτητές, σε μια εποχή, τη σημερινή, που αγωνίζεται για το προσφυγικό, για την κοινωνική και θρησκευτική ισότητα, για την ελευθερία της έκφρασης.
Μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, ο Ετιέν Κομάρ εξήγησε πώς τα δυο χρόνια της ζωής τού Τζάνγκο Ράινχαρντ στη διάρκεια της κατοχής, όσο οι Τσιγγάνοι μεταφέρονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, «έχουν παραλληλισμούς με τη δική μας εποχή», που καθορίζεται από το προσφυγικό δράμα και την αυξανόμενη εχθρικότητα προς τις μειονότητες, στην Ευρώπη και την Αμερική.
«Ηθελα να δείξω έναν μουσικό μέσα σε μια σύνθετη ιστορική υποδομή», είπε ο Κομάρ, «και τις σχετικές ομοιότητες με το προσφυγικό σήμερα, με την απαγόρευση σε συγκεκριμένους ανθρώπους να ταξιδέψουν, ανθρώπους που δεν συμπαθούν συγκεκριμένες ιδέες».
