Σε μια άκρη της αίθουσας αναμονής, ένας έφηβος είχε βγάλει την κιθάρα του και έπαιζε έναν ρυθμικό σκοπό στην παρέα των συνομηλίκων του που τον περιτριγύριζαν, χωρίς να πολυασχολούνται με τους επισήμους που έκαναν δηλώσεις, τους δημοσιογράφους και τις κάμερες. Δεν σταμάτησε να παίζει παρά μόνο όταν τον πλησίασαν οι δημοσιογράφοι.
Τον λένε Ασάι, είναι από τη Δαμασκό, δεκαεννιά χρονώ, είπε. Οι γονείς του βρίσκονται στην Τουρκία, αυτός ήρθε στην Ελλάδα πριν από οκτώ μήνες μαζί με τον μικρότερο αδελφό του. Τον έδειξε στο βάθος, «είναι χορευτής», είπε. Την κιθάρα τού την έκαναν δώρο εδώ στην Ελλάδα, τον σκοπό που έπαιζε τον είχε γράψει ο ίδιος.
«Παίζω επειδή μου αρέσει, ήμουν και σ’ ένα συγκρότημα στη Συρία. Αλλά το επάγγελμά μου είναι ταχυδακτυλουργός». Ετσι γνώρισε την Αθήνα, ψάχνοντας να βρει μαγαζιά με είδη ταχυδακτυλουργίας, πηγαίνοντας για μαθήματα στην Ακαδημία Ταχυδακτυλουργών. «Εσείς μπορεί να μην τα ξέρετε, αλλά υπάρχουν».
Μας είπε για την Ελλάδα που μοιάζει πολύ με τη Συρία, για την απλότητα των ανθρώπων, για τα κτίρια και τους δρόμους, για το φαγητό.
Ανακάλυψε και αγάπησε το σουβλάκι και σιχάθηκε τη σούπα και το λιγοστό φαγητό που έπρεπε να τρώει για δύο εβδομάδες στο κέντρο φιλοξενίας της Χίου.
Θέλει να ξαναέρθει σε πρώτη ευκαιρία – «αφού δεν μπορώ πια να ξαναπάω στη Συρία, η Ελλάδα είναι ό,τι πιο κοντινό με τη χώρα μου».
Οσο για την πολύ δύσκολη πρόσβαση στην υπηρεσία ασύλου και για την πολύμηνη αναμονή μέχρι να μπει στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης, «ναι, είναι δύσκολο, ξέρω πολλούς που δεν μπόρεσαν να βγάλουν γραμμή στο Skype και να κλείσουν ραντεβού με την Υπηρεσία. Αλλά εγώ τα κατάφερα με την πρώτη. Δεν ξέρω, είπαμε, κάνω μαγικά», είπε.
