Επανέρχομαι για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης για να συμπληρώσω το προηγούμενο σημείωμά μου με ακόμη ένα κρίσιμο έργο της τελευταίας κυπριακής εσοδείας.
Και μάλιστα πιθανώς διπλά κρίσιμο: όχι μόνο από την άποψη της καθαρά θεατρικής παραγωγής, αλλά ίσως γενικότερα, προκειμένου να κατανοήσουμε πού βαδίζει η κυπριακή συνείδηση εντεύθεν και εκτός σκηνής.
Το «Ποιο σώμα;» των Ελένης Κοσμά και Κορίνας Κονταξάκη, που γνωρίσαμε για πρώτη φορά μέσα από το Διαρκές Φεστιβάλ Ελληνικού Εργου της Λείας Βιτάλη στο «Αγγέλων Βήμα», δείχνει προς μια τέτοια κατεύθυνση.
Αποτελεί δε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ακόμη και για την ελληνική δραματουργία. Είναι φανερά επηρεασμένο από τη βρετανική «queer δραματουργία» –μόνο που στην περίπτωση του κυπριακού έργου (και της κυπριακής κοινωνίας) τα πράγματα βρίσκονται ακόμα σε ένα επίπεδο προδρομικό και διεκδικητικό, θα έλεγα, στο επίπεδο αποκάλυψης επί σκηνής μιας απόκλισης που συνήθως κρύβεται πίσω από πολλά παπλώματα κοινωνικής συστολής και υποκρισίας.
Στο «Ποιο σώμα;» το δράμα επικεντρώνεται στην περίπτωση της έφηβης «Ιωάννας», η οποία εδώ και χρόνια αισθάνεται αυτό που επιστημονικά περιγράφεται σαν «δυσφορία σώματος»: μεγαλώνει μέσα σε ένα σώμα που δεν νιώθει για δικό της, σε ένα φύλο με το οποίο δεν ταυτίζεται, σε μια ταυτότητα που δεν την εκφράζει.
Το εύκολο –και το πλέον συχνό- είναι να την εξετάσουμε σαν ψυχιατρική περίπτωση, σαν εξαίρεση στον κανόνα και «λάθος της φύσης».
Και η αλήθεια είναι πως όσο καιρό η ίδια κρατάει αυτή την εσωτερική της σχάση κρυφή από εκείνους που αγαπάει (κατανοώντας ασφαλώς πως η αποκάλυψη θα τερματίσει έναν Γολγοθά και θα ξεκινήσει έναν άλλο), έτσι βλέπει και η ίδια τον εαυτό της: σαν «λάθος».
Οι δυνατότητες, τα αισθήματα και τα σχέδιά της καλύπτονται μέχρι τώρα από τη σκιά του φόβου της αποξένωσης και του περιθωρίου.
Μόνο που η Ιωάννα δεν είναι από μόνη της διόλου «περιθωριακή»: πρόκειται, αντίθετα, για έναν απολύτως φυσιολογικό άνθρωπο, ο οποίος κατοικεί σε λάθος σώμα. Και ο οποίος από ένα σημείο και μετά οδηγείται σε μια διαστρεμμένη αυτογνωσία.
Η αλήθεια είναι πως ο εσωτερικός κόσμος της Ιωάννας φλερτάρει με τη διπολική προσωπικότητα, αν όχι με τη σχιζοφρένεια: το κορίτσι μέσα του συνυπάρχει με έναν άλλο ξεχωριστό ανδρικό εαυτό, με ένα αγόρι, τον «Πάρη», ο οποίος σε αντίθεση με το θηλυκό του είδωλο, διαθέτει όλη την άνεση και τη χάρη της αυτοεκτίμησης που η Ιωάννα στερείται -αλλά χωρίς το δικό της «σώμα».
Ενας φανταστικός εαυτός που συμπληρώνει κι αντιδικεί, διεκδικεί το δίκιο του –και την πιέζει να τον αφήσει να την «καταλάβει» και να απελευθερωθεί μέσω αυτής.
Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του έργου είναι η ίδια του η διάρκεια. Δεν αστειεύομαι: Σε σχεδόν μία ώρα, χωρίς καθόλου εκτροπές και παραγεμίσματα, το «Ποιο σώμα;» ξεκινά, συνεχίζει και ολοκληρώνεται παραμένοντας έκκεντρο: ο αληθινός Ορλάντο της Κύπρου πρέπει να αποφασίσει αν θα ερωτευτεί, αν θα ακολουθήσει τον δρόμο της ασφαλούς κοινωνικής αποδοχής, αν θα ακούσει και θα βρει στο τέλος του δρόμου το σώμα της/του.
Φυσικά όλα αυτά ακούγονται πολύ εύκολα για εμάς, τους απέξω, και ασφαλώς πολύ «δραματικά»… Αν αυτό το πυκνό, αγωνιώδες και τρυφερό δράμα αποκτά μεγαλύτερη αξία, είναι γιατί έχει τη δύναμη να μας εμπλέξει σε αυτό το «ξένο» δίλημμα, ώστε να το δούμε «από μέσα» και να σταθούμε απέναντί του με ανθρωπιά.
Μπορεί ακόμα να κινητοποιήσει ορισμένους στο να συμμετάσχουν σε μια διεύρυνση του κοινωνικού ορίζοντα, ώστε η θέα του να αγκαλιάζει και εκείνους που βρέθηκαν εκ φύσεως στη σκοτεινή πλευρά του.
Πίσω από παρόμοιες προσπάθειες κρύβεται πάντα μια πολιτική θέση, μια πράξη πλατιάς κατανόησης που ζητάει να δούμε τους κοντινούς μας ανθρώπους με τα δικά τους μάτια, με τη δική τους αίσθηση του κόσμου, με τη δική τους αγωνία για το πεπρωμένο.
Είναι λοιπόν μια πολλαπλά κρίσιμη περίπτωση που διδάσκεται άριστα από τον σκηνοθέτη Μενέλαο Καραντζά.
Η ιδέα της σκηνοθεσίας στηρίζεται και πάλι στην απλότητα: μια επιφανειακά απλή πράξη, ένα πλατό καθημερινής συμπεριφοράς, ένα ολωσδιόλου εφηβικό «κενό» που γεμίζει με «κουτιά» κανονικότητας (σκηνικά των Κατερίνας Χριστίνας Μανωλάκου και Αρτέμιδος Σιέρρα): πράγματι, η πραγματικότητα και ο κόσμος μας αποτελείται από παρόμοια «κουτιά», από συνθέσεις και ανασυνθέσεις στερεοτύπων.
Οι νέοι ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους τους χαμηλόφωνα, με εσωστρέφεια και τρυφερότητα, χωρίς κραυγές, υστερίες ή καμώματα: Η Ιωάννα της Σελήνας Διαμαντοπούλου συμπληρώνει τον Πάρη του Γιώργου Κοσκορέλλου και ολοκληρώνεται στην Κατερίνα της η Αριστέα Σταφυλαράκη.
Οι περισσότεροι όμως θεατές –το υποψιάζομαι- θα ταυτιστούν με τη μητέρα της Ιωάννας: στον ρόλο της η Ειρήνης Παπαδημάτου κρατάει ισορροπίες ανάμεσα στη μητέρα που αγαπάει το παιδί της, όπως είναι φυσικό, και σε μια μητέρα που επίσης κατανοητό- θέλει από το παιδί της να ευτυχήσει σύμφωνα με τις δικές της σταθερές.
Το έργο δεν απορρίπτει, δεν ειρωνεύεται και δεν ακυρώνει έναν τέτοιο ρόλο. Στόχος του είναι να οδηγηθούμε σε ένα ερώτημα μάλλον παρά σε μια θέση: το «ποιο σώμα;» θα απαντηθεί κάποτε, σαν να λέει, όταν βρούμε απάντηση στο βασικότερο ερώτημα που μας τυραννά: «Ποια αλήθεια;» θέλουμε για τον κόσμο που ζούμε.
