Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Ο Δραμινός ποιητής αναπολεί και τακτοποιεί βιβλία και εποχές. Αναγνωστικές μνήμες και γοητευτικές εξωκειμενικές, αυτοσαρκαστικές λεπτομέρειες. Ο προσεκτικός αναγνώστης διαπιστώνει ότι ποίηση, πρόζα και δοκίμιο συγκροτούν αρμονικά την πνευματική του ραχοκοκαλιά.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
❖❖❖❖❖
Αργησα πολύ να διαβάσω. Στο νηπιαγωγείο ξέμεινα ευτυχώς με τις πλαστελίνες και τις κηρομπογιές, νη-έπος, όνομα και πράγμα. Στην Πρώτη Δημοτικού έμαθα κουτσά-στραβά την αλφαβήτα, στη Δευτέρα δεν ήξερα τι να την κάνω, δεν έστρωνε πρόταση η γλώσσα μου -τα υπόλοιπα παιδιά στην τάξη διάβαζαν, ροδάνι η γλώσσα.
Στα μέσα της Τρίτης τάξης άρχισα να ψευτοδιαβάζω προτάσεις, αλλά και πάλι κανείς δεν ίδρωνε ούτε και ’γώ. Στο χωριό που ζούσαμε αυτό που μας έκαιγε ήταν το «παιχνίδι» και τίποτα άλλο.
Οι γονείς μου ποτέ δεν μ’ έβαλαν να διαβάσω, ποτέ δεν μου πήραν κάποιο βιβλίο δώρο. Στο σχολείο κάθε δίμηνο ερχόταν ένα βανάκι–κινητή δανειστική βιβλιοθήκη από τη Χρυσούπολη Καβάλας –όλα έμειναν αδιάβαστα, όπως και κάποια δώρα συγγενών για Μυθολογία.
Ακόμη και τα κόμικς μού ήταν αδιάφορα. Ετσι βγήκε όλο το Δημοτικό, χωρίς βιβλία, μόνο με κρυφτό, κουτσό, τζαμί, μπάλα, κερασιές, κορομηλιές και μυστικές συνάξεις σε ακατοίκητα –με δυο λόγια, όπως αξίζει σ’ ένα παιδί, ελεύθερο στη φύση.
Στο Γυμνάσιο τα ίδια και χειρότερα. Σνόμπαρα τους καθηγητές που κάνανε φιλολογικά. Απορούσα πώς πήγαν και σπούδασαν αρχαία, λογοτεχνία κτλ. Μέχρι που μια καθηγήτρια, στην Τρίτη τάξη μού οξυγόνωσε τον εγκέφαλο και την καρδιά –τα ’φερε τούμπα. Αρχισα να διαβάζω σκόρπια και επιφανειακά, μέχρι που έπεσα πάνω στα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και κάτι «ξεπλάτυνε» μέσα μου –ήταν η αρχή.
Στο Λύκειο πάλι, ένας καθηγητής στάθηκε αφορμή, αυτή τη φορά για την Ποίηση. Μ’ άρεσε ο τρόπος που δίδαξε την Τρελή Ροδιά του Ελύτη και πήγα σ’ ένα βιβλιοπωλείο ν’ αγοράσω μια ποιητική συλλογή.
Εφυγα με το Μη σκεπάζεις το ποτάμι του Γιώργου Μαρκόπουλου. «Οι τρεις επιστολές του» στον Δ. Π. Παπαδίτσα σφράγισαν μέσα μου τη συνέχεια. Ηθελα γρήγορα πυξίδα, κατά λάθος τη βρήκα στα δοκίμια Σωσίβια Λέμβος του Γιάννη Βαρβέρη -τ’ αγάπησα και τα αγαπώ ακόμη. Η μεγάλη και καλή ζημιά έγινε με την Τέταρτη Διάσταση του Γιάννη Ρίτσου -μ’ αυτήν τελείωσε το Λύκειο και εφεξής επιταχύνθηκαν όλα μέσα μου.
Αλλάζουμε φιλμ και ανεβάζουμε ταχύτητα. Δίδυμο με γερές σιδεριές, Τζένη Μαστοράκη και Βασίλης Στεριάδης. Η πρώτη Μ’ ένα στεφάνι φως, ο δεύτερος Ο κ. Ιβο -υπό μάλης και τα δυο. Κάπως έτσι ξεκινάνε και τα «ζεύγη», άναρχα, από σπόντες και όχι πλέον ποίηση αλλά στον πεζό λόγο.
Ο Πύργος του Κάφκα και Μια πολυθόρυβη μοναξιά του Χράμπαλ, χέρι-χέρι, ασφυκτικά μες στη μαγεία τους. Το Κουτσό του Κορτάσαρ και το Φερντυτούρκε του Γκομπρόβιτς, απ’ τα μαλλιά να με σβουρίζουν ζαλιστικά.
Το Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο και ο Ματωμένος Μεσημβρινός του ΜακΚάρθυ, θανατίλα, κροκάλες κι ερημιά –η ιδανική παρέα για την άγρια Σαμοθράκη. Εδώ σπάει το ζεύγος και τρίτο καλοκαίρι Σαμοθράκη, Στο τέλος της Γης του Γκρόσμαν να δέσει, να τριτώσει το κακό.
Ενα άλλο περίεργο ζεύγος,που κούμπωσε και δεν το ’ψαξα, απλώς το άφησα να με διαπεράσει είναι τα διηγήματα του Γ. Βιζυηνού και αυτά της Δανέζας Κάρεν Μπλίξεν -η απορία καίει, λάδι ρίχνω συνέχεια. Μετά τα ζεύγη, αρχίζουν οι καραμπόλες, διαφορετικές εντελώς η μία από την άλλη -αόρατη η στέκα, οι μπάλες, όμως βρίσκουν τις τρύπες και το παιχνίδι ανορθόδοξα συναρπαστικό.
Η πρώτη ξεκινά με την Περίπολο Ζ του Σκαρίμπα, χτυπά τα Ορθοκωστά του Βαλτινού και ακολουθούν η Ιστορία του Γιατρομανωλάκη και το Ασημόχορτο ανθίζει του Γκουρογιάννη. Η δεύτερη ξεκινά με τα Γεωγραφικά του Στράβωνα, χτυπά την Παταγωνία του Τσάτουιν και ακολουθούν η Αμερική του Μποντριγιάρ και οι Θλιβεροί Τροπικοί του Λεβί-Στρος.
Η τρίτη ξεκινά με τον Μονόδρομο του Μπένγιαμιν, χτυπά το Αουστερλιτς του Ζέμπαλντ και ακολουθούν ο Αστρονόμος του Γκρυνμπάιν και το Βερολίνο-Αλεξάντερπλατς του Ντέμπλιν. Η τέταρτη ξεκινά με τον Τρίτο Αστυφύλακα του Ο’ Μπράιαν, χτυπά τις Κολασμένες ερωτικές μηχανές του δρ. Χόφμαν της Κάρτερ για ν’ ακολουθήσει ο Νεκρός πατέρας του Μπάρθλεμ.
Και από τις καραμπόλες ας πάμε σε κάποια ετερόκλητα δικά μου χρωστούμενα για δικούς μου λόγους, ετερόκλητους χρονικά και χωρικά -και εξηγούμαι επί παραδείγματι.
Στρατιωτική θητεία στη Λευκωσία, δίπλα στη Πράσινη γραμμή μαζί με την ποίηση του Κώστα Μόντη -καρδιακή φίλη πέννα. Το Κόκκινο ιππικό του Μπάμπελ με αφορμή κάτι βόρειες διασυνοριακές διενέξεις -εδώ τελεία, αρχίζει το απόρρητο.
Η ποίηση της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, για όσα κατά ριπάς, για όσες φορές χρειάστηκε -τα εν οίκω μη εν δήμω. Το Μετείκασμα-Μεταίσθημα του Λαχά για κάτι υπό του μηδενός στο Κιλκίς ξημερώματα.
Ο Ερημόπολις του Θεοφίλου για κάτι μεσημέρια που ήξερα για ποιο λόγο σκάει ο τζίτζικας. Το Περί φωτογραφίας της Σόντακ και τον Φωτεινό θάλαμο του Μπαρτ που μου έδειξαν τα δυο τελευταία χρόνια «υπέδαφος» στη φωτογραφία που απολαμβάνω σαν παιδί.
Κοντεύοντας σιγά σιγά στο τέλος, δεν μπορώ να αποφύγω μια βασική ευθεία, στην οποία δεν χωράνε ανάποδα τιμόνια, μπατιλίκια, τρύπιες εξατμίσεις. Αυτή η ευθεία ορίζεται από τρία βασικά σημεία –επώνυμα σημεία, ούτως ειπείν, Σπινόζα, Πασκάλ, Κίρκεγκωρ. Στέρεα και αποσυνάγωγα, περισσότερο ορίζοντας παρά καθορίζοντας.
Και μιας και υπογράμμισα «σημεία», αφήνω προτελευταία κάποια μεμονωμένα βιβλία που από σημεία γίναν σήματα φωτεινά. Στην Καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Καθώς ψυχορραγώ (Φώκνερ), Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ (Εντγκαρ Λη Μάστερς), Σημειώσεις του Μάλτε, Λάουριτς Μπρίγκε (Ρίλκε), Μολόυ (Μπέκετ) ο Χώρος της λογοτεχνίας (Μπλανσό).
Κλείνοντας, μετά από ζεύγη, καραμπόλες, σταθμούς, σημεία, συμμαζεύοντας κάπως το «Γενετικό» σκορποχώρι της βιβλιοθήκης μου –και επειδή η αναγνωστική ικανότητα ήτο αναγνωστικό ένστικτο, γυμνάζονται συνεχώς –φυλάω κάποια βιβλία για μετά τα τριάντα πέντε χρόνια μου, τότε που ίσως πέσουν μέσα μου πιο «νόστιμα», όπως π.χ. τον Οδυσσέα του Τζόυς, τον Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ, τους Αδερφούς Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκι.
Αυτά και άλλα, δίχως βιασύνες, γιατί μια ζωή αρκεί για όσο το μάτι, η κόρη, ο αμφιβληστροειδής αντέχουν να απολαμβάνουν τη στρωμένη λευκή σελίδα των Αλλων.
Τελευταίο ποιητικό βιβλίο του Κ. Συφιλτζόγλου είναι «Στο σπίτι του κρεμασμένου» (Θράκα, 2015, Βραβείο Ποίησης, Αναγνώστης 2016).
