Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μιντιακό σύστημα της χώρας μας είναι άθλια. Η συζήτηση συνήθως περιορίζεται, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, στις εξελίξεις που αφορούν τα δημόσια και ιδιωτικά τηλεοπτικά ΜΜΕ. Ομως το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο.
Αφορά επίσης την κατάσταση στα έντυπα Μέσα όπου είναι έντονα τα φαινόμενα παρακμής, διαπλοκής και ποιοτικής υποβάθμισης.
Αφορά τη διαφημιστική αγορά στην οποία είναι παλιά η πληγή της αδιαφάνειας, των συναλλαγών «κάτω από το τραπέζι» και στην περίπτωση της κρατικής διαφήμισης, της «επιβράβευσης» φίλα προσκείμενων επιχειρηματιών ή του «κατευνασμού» άλλων που ασκούν έντονη κριτική ή, ακόμα χειρότερα, εκβιάζουν.
Αφορά το διαδίκτυο, όπου ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζουν οι χυδαίες επιθέσεις και η παραπληροφόρηση υπό την κάλυψη της ανωνυμίας και δήθεν «αποκαλύψεων».
Αφορά, πάνω απ’ όλα, τους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στον χώρο, οι οποίοι βιώνουν την υποβάθμιση της θέσης τους, την ανεργία και τη διάλυση εργασιακών σχέσεων και ασφαλιστικών ρυθμίσεων, ενώ οι καθυστερήσεις μηνών στην καταβολή των αμοιβών αποκτά ενδημικό χαρακτήρα. Ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση για τους νέους, που συχνά εργάζονται απλήρωτοι, ανασφάλιστοι ή με εξευτελιστικές αμοιβές.
Η οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια και όξυνε τα προβλήματα του ελληνικού επικοινωνιακού και πληροφοριακού συστήματος που δημιούργησαν η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και το μοντέλο οικονομικής διαχείρισης της ψευδεπίγραφης «ανάπτυξης» των τελευταίων δεκαετιών. Ομως η σχέση είναι αμφίδρομη.
Ο τρόπος λειτουργίας του επικοινωνιακού και πληροφοριακού συστήματος συνέβαλε ουσιαστικά στην οικονομική και κοινωνική κρίση που μαστίζει τη χώρα και εμποδίζει σήμερα την υπέρβασή της.
Γιατί η λειτουργία των Μέσων και ευρύτερα του επικοινωνιακού συστήματος επιδρά καθοριστικά στις αναπτυξιακές προοπτικές μιας κοινωνίας και στην ικανότητά της να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις.
Οι αγορές και η οικονομική δραστηριότητα, η διαφάνεια και η ποιότητα της δημοκρατίας, το πολιτικό σύστημα, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, η παραγωγικότητα και η αυτενέργεια των πολιτών, το κύρος και οι διεθνείς σχέσεις, όλα επηρεάζονται καθοριστικά από την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά της επικοινωνιακής διαδικασίας.
Με μια κουβέντα, οι εξελίξεις σε αυτό το πεδίο έχουν στρατηγική σημασία για τη λειτουργία της δημοκρατίας και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας μας. Η υπέρβαση, ή τουλάχιστον η σταδιακή αντιμετώπιση των σημαντικότερων από τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το ελληνικό επικοινωνιακό και πληροφοριακό σύστημα, είναι αναγκαία -αλλά βέβαια όχι ικανή- προϋπόθεση για τη διαμόρφωση του νέου αναπτυξιακού παραδείγματος που χρειαζόμαστε προκειμένου να υπερβούμε την πολύπλευρη κρίση που μας ταλανίζει.
Συνεπώς το κρισιμότερο ζήτημα από την οπτική της κοινωνίας δεν είναι «να πληρώσουν οι καναλάρχες», αλλά πώς θα ενισχυθεί η πολυφωνία, θα βελτιωθεί η ποιότητα του περιεχομένου των Μέσων, θα στηριχθεί η υγιής επιχειρηματικότητα και θα αναβαθμιστεί ο ανθρώπινος παράγων.
Προφανώς, όσοι εκμεταλλεύονται έναν δημόσιο πόρο, όπως είναι οι τηλεοπτικές συχνότητες, πρέπει να πληρώνουν. Η ασυδοσία που επικράτησε την προηγούμενη περίοδο στο τηλεοπτικό φάσμα έκανε τεράστια ζημιά στη χώρα.
Από την άποψη αυτή η διενέργεια διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες δημιουργεί ένα θετικό προηγούμενο που είναι αυτονόητο στις άλλες χώρες αλλά δυστυχώς όχι στη δική μας.
Ωστόσο, ο τρόπος πραγματοποίησης του διαγωνισμού δημιούργησε πολλά προβλήματα. Μάλιστα, ο μικρός αριθμός των αδειών και η απουσία ποιοτικών κριτηρίων κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης είναι πιθανό να οδηγήσουν σε ισχυρότερο ολιγοπωλιακό έλεγχο των Μέσων επιδρώντας αρνητικά τόσο στην πολυφωνία όσο και στην ποιότητα του περιεχομένου.
Η ένταση και η συνθετότητα των προβλημάτων είναι πλέον τόσο μεγάλες που η υπέρβασή τους απαιτεί ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, συντονισμό και συστηματικότητα προσπαθειών και ενεργοποίηση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων.
Βασικοί πυλώνες αυτού του σχεδιασμού θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι οι παρακάτω:
Στήριξη και αναβάθμιση του ανθρώπινου παράγοντα και της υγιούς επιχειρηματικότητας. Διαφάνεια όσον αφορά τους πόρους χρηματοδότησης των Μέσων. Προώθηση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας και των νεοφυών επιχειρήσεων.
Αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών εποπτείας.
Ιδιαίτερα το ΕΣΡ πρέπει να απαλλαγεί από κομματικές εξαρτήσεις και ανταγωνισμούς, να αποκτήσει την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή και ανθρώπινο δυναμικό και να λειτουργήσει όχι ως μηχανισμός επιβολής προστίμων, που συνήθως «πάγωναν» στη συνέχεια οι υπουργοί, αλλά με αξιοπιστία σ’ ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων.
Δημιουργία νέων θεσμών όπως ένα Παρατηρητήριο Μέσων, κινήτρων και προγραμμάτων, που θα προάγουν την ποιοτική αναβάθμιση του ειδησεογραφικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου των Μέσων.
Ο ρόλος των δημοσιογραφικών ενώσεων στην τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας είναι εδώ ιδιαίτερα σημαντικός.
Η αντιμετώπιση των προβλημάτων και η διαμόρφωση μιας νέας επικοινωνιακής και πληροφοριακής πραγματικότητας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι όμως εφικτή.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκτός των προβλημάτων υπάρχουν και μεγάλες δυνατότητες που συνδέονται με τα ανεξάρτητα Μέσα που κάνουν με εντιμότητα τη δουλειά τους, τους επαγγελματίες του χώρου που προσπαθούν σε αντίξοες συνθήκες και πολλές νέες πρωτοβουλίες, ιδιαίτερα στο ψηφιακό πεδίο, που δημιουργούν ευνοϊκές προοπτικές για το μέλλον.
* Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
