Νικόλαος Α. Μπινιάρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σχολιάζοντας μια πρόσφατη δημοσκόπηση η οποία έδειχνε ότι το 82% των Γερμανών ψηφοφόρων ήθελαν μια αλλαγή στη μεταναστευτική της πολιτική, η κ. Μέρκελ είπε: «Εάν ήξερα τι αλλαγές της πολιτικής θα ήθελαν οι πολίτες, θα ήμουν έτοιμη να τις υπολογίσω και να μιλήσω για αυτές». Και συνέχισε: «Αλλά η δημοσκόπηση δεν δίνει κάποιες συμβουλές πάνω σε αυτό».

Η καγκελάριος έθεσε με αυτό τον τρόπο το πανάρχαιο δίλημμα μεταξύ της γνώμης των πολιτών και της γνώμης των ηγετών.

Στο παρόν κείμενο η «γνώμη» έχει την έννοια που της δίνει ο Θουκυδίδης, δηλαδή, μια κρίση η οποία όμως δεν παραμένει στη σφαίρα της γνώσης αλλά και στη δυνατότητα της πράξης, είναι δηλαδή μια απάντηση σε μια πρακτική ερώτηση, όχι σε μια θεωρητική αναζήτηση.

Η πολιτικός εξέφρασε πέρυσι τον Σεπτέμβριο τη γνώμη της να δεχτεί στη Γερμανία περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες αλλά και οικονομικούς μετανάστες, με τη δέσμευση να γίνει διαχωρισμός και να δοθεί άσυλο σε όσους ήταν πράγματι πρόσφυγες.

Η γνώμη αυτή δεν έλαβε υπόψη της τη γνώμη των πολιτών. Πέραν αυτού, η γνώμη της καγκελαρίου απέτυχε να τους πείσει για την ορθότητα της απόφασής της. Είναι προφανές πως η καγκελάριος απέτυχε στον ρόλο της ως ηγέτιδας.

Η διάσταση στις γνώμες ηγετών και πολιτών είναι σήμερα εμφανώς ένα εξαπλωνόμενο κοινωνικο-πολιτικό φαινόμενο. Τείνει, μάλιστα, να αποκτήσει βαθιές ρίξεις, οι οποίες καθιστούν τη διακυβέρνηση ακόμα και των παλαιών δημοκρατιών δύσκολη και απρόβλεπτη.

Η κ. Μέρκελ επικαλείται τις δημοσκοπήσεις και αισθάνεται απογοητευμένη που αυτές δεν δίνουν τις παραμέτρους για χάραξη πολιτικής.

Είναι αλήθεια πως στην εποχή των δημοσκοπήσεων οι πολιτικές ηγεσίες των παραδοσιακών δημοκρατιών προσπαθούν να διακρίνουν μέσα από όλο και πιο περίπλοκα μοντέλα τις λεπτές αποχρώσεις πάνω στις οποίες μπορούν να στηρίζουν κάποιες πολιτικές οι οποίες σε γενικές γραμμές δεν είναι αποδεκτές από τους ψηφοφόρους.

Στην Ελλάδα, βέβαια, το φαινόμενο της διάστασης της γνώμης πολιτών και ηγετών κατέληγε από το 2009 και μετά σε μια συνεχή αλλαγή ηγεσιών και στην αποτυχία των πολιτικών και των πολιτικών τους. Οι ηγέτες έχουν αποτύχει στο να πείσουν τους ψηφοφόρους και οι ψηφοφόροι να αλλάξουν τις πολιτικές των ηγετών.

Βέβαια η Ελλάδα δεν αποτελεί ένα μοντέλο μιας αυτόνομα λειτουργούσας κοινωνίας, αλλά μάλλον μιας κοινωνίας τελούσας υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Δυστυχώς, όμως, ούτε αυτό δεν κατάφεραν να περάσουν ως περιγραφή της πραγματικότητας οι πρόσφατοι ηγέτες μας.

Γυρίζοντας στον Θουκυδίδη. Υπάρχουν τρεις αρχές οι οποίες χαρακτηρίζουν το έργο του: γνώμη – τύχη – οργή. Η πρώτη αποτελεί μια κρίση περασμένη από τον έλεγχο της λογικής, η δεύτερη περιγράφει τις συγκυρίες, ό,τι συμβαίνει χωρίς τη γνώμη των πολιτών ή των ηγετών τους.

Είναι το τυχαίο που απαιτεί τη γνώμη και αυτό που δημιουργεί την οργή. Η τρίτη αρχή είναι η ψυχική κατάσταση των μελών μιας κοινωνίας, είναι αυτό που δεν περνάει από τον έλεγχο της λογικής, αλλά εκφράζεται με κάθε συναισθηματικό τρόπο και αυτό πολλές φορές βίαια και απροσδόκητα.

Είναι πάνω από το κοινό καλό, γιατί δεν ενσωματώνει το γενικό αλλά το προσωπικό, το ιδιωτικό ως φόβο και πάθος.

Στη σημερινή συγκυρία, η γνώμη των ηγετών θα έπρεπε να ενσωματώνει και την προτροπή προς αυτοέλεγχο των πολιτών και την υπόδειξη πως οι πολιτικές δεν οδηγούν τους πολίτες να πιστέψουν πως υπάρχει ίδιον όφελος του πολιτικού στην εκτέλεση μιας πολιτικής.

Στο σημείο αυτό βέβαια θα πρέπει να κάνουμε κατανοητό πως ο ηγέτης ασκεί εξουσία και πιθανόν το ίδιον όφελος να μην είναι το στενά υλικό συμφέρον αλλά η εξουσία αυτή καθ’ αυτή.

Η εξουσία ως ίδιον όφελος είναι το μεγάλο ερώτημα σχετικά με το αν είναι δυνατόν να υπάρχει ηγέτης ο οποίος να άρχει μόνον για το κοινό καλό. Αυτό μας φέρνει να υπολογίσουμε τα βιολογικά ή μη έλλογα στοιχεία του ανθρώπου για επιβίωση, και κυρίως προσωπική φιλοδοξία.

Θα μπορούσε ο ηγέτης να επιδείξει αλλά και να αισθανθεί πως η γνώμη του είναι μόνο έκφραση του ισορροπημένου και ελεγχόμενου κοινού καλού;

Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ούτε καν ουτοπικό γιατί οι συγκυρίες, η τύχη με την έννοια της αλλαγής των συνθηκών υποχρεώνουν την παρουσίαση νέων και πρωτόφαντων γνωμών, οι οποίες θα εκφραστούν και από άλλους οι οποίοι θα θέσουν υποψηφιότητα για την ηγεσία.

Στη σημερινή κατάσταση, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν γνώμες οι οποίες εναλλάσσονται μεταξύ της αναγκαιότητας για λύση νέων προβλημάτων με άδηλες τις γνώμες των πολιτών και τη διαδρομή τους με γνώμονα τις εμπειρίες του παρελθόντος.

Αυτό σημαίνει πως οι ηγέτες χρειάζεται να γνωρίζουν ιστορία, το παρελθόν ως διδαχή και έκφραση της ελεγχόμενης και ισορροπημένης γνώμης με βάθος και διάκριση.

Αυτή η τελευταία ιδιότητα είναι η ικανή συνθήκη για να χρησιμοποιηθεί η γνώση της ιστορίας όχι ως συνταγή αλλά ως έμπνευση και ερμηνεία για τη διαμόρφωση μιας γνώμης με πρακτική αξία, που να απαντά στα νέα και δύσκολα αιτήματα των καιρών μας.

* συγγραφέας