Δεν είναι η πρώτη φορά που στην Ελλάδα έχουμε μια αναποτελεσματική κυβέρνηση, όπου κυριαρχούν οι καιροσκόποι και οι μετρ στο επικοινωνιακό παιχνίδι της διαχείρισης της κοινής γνώμης. Παρά τη συνέχιση ουσιαστικά της πολιτικής υποταγής στις επιταγές των δανειστών, είναι πολύ πιθανό ο βίος αυτής της κυβέρνησης να είναι μακρύς.
Οι πολίτες έχουν κουραστεί και απογοητευτεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις των Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ και παρότι αντιλαμβάνονται την ολοκληρωτική αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης ακόμα και στα απλά καθημερινά προβλήματα, μάλλον θα προτιμήσουν την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Οι επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι μια κεντροαριστερή απλή διαχείριση της καθημερινότητας, όσο είναι εφικτό αυτό υπό συνθήκες μνημονίου.
Ο Τσίπρας, αν και καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να μιμηθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου, εμένα μου θυμίζει περισσότερο τον Κώστα Καραμανλή: άχρωμος, αναποτελεσματικός και εντελώς ανίκανος να προχωρήσει σε ρήξεις και τομές με αριστερό προφίλ, που τόσο έχει ανάγκη η χώρα.
Ενσωματώθηκε πολύ γρήγορα στο σύστημα και αποτελεί πια αναπόσπαστο μέρος του. Αποτελεί πια τη συντήρηση στην Ελλάδα και προετοιμάζει τον δρόμο είτε για μια χωρίς όρια θατσερική κυβέρνηση είτε για μια εξευγενισμένη μορφή της Ακροδεξιάς.
Νομίζω, αυτό που περιγράφει καλύτερα σήμερα την Ελλάδα είναι η αντίφαση ότι ενώ σε μια χώρα με μεγάλο χρέος θα έπρεπε να εργάζονται όλοι για να μειωθεί το χρέος, εμείς έχουμε το 1/3 ανέργους, το 1/3 συνταξιούχους και τιμωρούμε σκληρά το υπόλοιπο 1/3 που επιμένει να εργάζεται. Από κάτι τέτοιες περιπτώσεις, άλλωστε, έχει βγει και το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Ανομολόγητος στρατηγικός στόχος της πολιτικής ελίτ της χώρας είναι το 2025 να εργάζονται σχεδόν όλοι αλλά με μισθούς Βουλγαρίας.
Για πολλούς από εμάς που ανήκαμε στο πρόσφατο παρελθόν στον ΣΥΡΙΖΑ, πριν από τη μνημονιακή μετάλλαξή του, ζητούμενο παραμένει η πολιτική έκφραση της ανανεωτικής Αριστεράς με έναν νέο πολιτικό σχηματισμό που να δίνει την αριστερή ματιά τόσο στα καθημερινά προβλήματα σε επίπεδο γειτονιάς και χώρους δουλειάς, όσο και στον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό της χώρας. Απαιτείται να αναδυθούν, να προωθηθούν και να συντονιστούν οι διεκδικήσεις και η ενεργός δράση των πολλών πολιτών που θίγονται από τις μνημονιακές πολιτικές.
Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ο συνδετικός κρίκος που να συνενώσει τις δυνάμεις που αποχώρησαν ή απομακρύνθηκαν πολιτικά από τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, σε έναν νέο πολιτικό μηχανισμό. Η πιο αξιόλογη προσπάθεια ήταν αυτή της Λαϊκής Ενότητας. Δυστυχώς, όμως, σωρεία λανθασμένων στρατηγικών επιλογών, πριν από τις τελευταίες εκλογές, είχαν ως αποτέλεσμα τη μη είσοδό της στη Βουλή.
Κυρίες αιτίες η επιμονή στην πρωτοκαθεδρία του Αριστερού Ρεύματος, η πρόχειρη σύνθεση των ψηφοδελτίων και η επιβολή προσώπων από τα κεντρικά, η κακή προεκλογική παρουσία τόσο του κ. Λαφαζάνη όσο και των υπολοίπων, ο ξύλινος πολιτικός λόγος, η μεταφορά ιεραρχιών από τον ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.
Μετά τις εκλογές τα πράγματα χειροτέρευσαν επικίνδυνα, με παντελή έλλειψη αυτοκριτικής, καμιά διορθωτική πορεία, εσωστρέφεια κ.λπ. Από την άλλη, αρχηγικές προσπάθειες όπως αυτές της Κωνσταντοπούλου λίγη σχέση φαίνεται να έχουν με την Αριστερά και αποτελούν απλώς προσπάθειες προβολής στη μετά Τσίπρα εποχή.
Παρά όμως τις αποτυχημένες προσπάθειες, είναι ανάγκη στην Ελλάδα του μνημονίου περισσότερο από ποτέ να σχηματιστεί και να ακουστεί η πρόταση της ανανεωτικής Αριστεράς για την Ελλάδα τού αύριο και τον τρόπο εξόδου της χώρας από την κρίση.
Δηλαδή, πέρα από τα κομβικής σημασίας ζητήματα του νομίσματος και της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ενωση, για τα οποία πρέπει να ξανανοίξει ο διάλογος, είναι αναγκαίο να αναδεικνύεται η αριστερή πρόταση σε κάθε μετερίζι, σε κάθε καθημερινή επιλογή, αλλά και σε κομβικής σημασίας ζητήματα.
Είναι φανερό ότι ύστερα από τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ένα πολιτικό κενό μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ που μπορεί να καλυφθεί κυρίως από δυνάμεις του χώρου της ανανεωτικής Αριστεράς και να διεκδικήσει στις επόμενες εκλογές ένα ποσοστό γύρω στο 10%.
Δεν θα διεκδικεί τη συμμετοχή του στην αυριανή κυβέρνηση, ούτε θα διεκδικεί να γίνει η αριστερή «πατερίτσα» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα αρθρώνει διακριτό πολιτικό λόγο, με αυτοδύναμη παρουσία σε χώρους δουλειάς, τοπική αυτοδιοίκηση, επιμελητήρια κ.λπ. και θα βασίζεται στα κινήματα και στην αυτοοργάνωση των πολιτών.
Είναι απαραίτητο να συνεχίσει να υπάρχει ανανεωτική Αριστερά σήμερα και να μην επιτρέπουμε σε κίβδηλους καιροσκόπους να δρουν στο όνομά της και να την καπηλεύονται.
