Μένω μάλλον σκεπτικός αυτή τη φορά με το έργο και την παράσταση του Εθνικού στο Νέο Ρεξ. Οι «Ξένοι» του Μπελμπέλ -τακτικός πλέον επισκέπτης της σκηνής μας, εξαιτίας της άοκνης εισηγήτριας της σύγχρονης καταλανικής σκηνής στο θέατρό μας Μαρίας Χατζηεμμανουήλ- περιγράφουν σε δύο χρόνους και σε διάστημα 40 χρόνων όσα μυστικά και ψέματα κρύβονται κάτω από το χαλί της «ευρωπαϊκής οικογένειας».
Τη δυσανεξία της μεσαίας τάξης στο διαφορετικό, την αγωνία της να συνεχίσει να ζει στα αεροστεγή διαμερίσματά της, αδιαφορώντας για τη μέσα ζωή που βράζει, για την έξω που θέλει να ακουστεί.
Σε μια τέτοια πολύ γενική περιγραφή οι «Ξένοι» του Μπελμπέλ μοιάζουν να θέτουν ενδιαφέροντα ζητήματα, κοινωνικής ας πούμε φύσης και ευρωπαϊκής εμβέλειας. Κατατεθειμένα μάλιστα από την πένα ενός ικανότατου συγγραφέα, όπως ο Μπελμπέλ, θα έπρεπε κανονικά να αντηχούν μια σημαντική φωνή σε όλους.
Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Η αλήθεια είναι πως ο Μπελμπέλ θέλησε να δώσει στο έργο του επίκαιρη κοινωνική διάσταση και κατέληξε στην ισπανική παέλια. Ολα υπάρχουν μέσα: οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, η ομοφυλοφιλία, η επιθυμία της γυναίκας για αυτοδιάθεση, σχέσεις μητέρας με κόρη (και με γιο), σχέση του γιου με τον πατέρα, τα αδέλφια μεταξύ τους, οι μεγάλοι με τα παιδιά, οι υπηρέτριες με τα αφεντικά κ.λπ.
Σε δύο σκηνές, δύο χρόνους, δύο δωμάτια, δύο γενιές, δύο κόσμους. Αν σε αυτά προσθέσουμε και την ιδέα του Νίκου Μαστοράκη να παιχθούν όλοι και όλα από τους ίδιους ηθοποιούς (με ντάμπλινγκ), αντιλαμβάνεστε την αγωνία να βρεθεί μια άκρη μέσα σε όλα: όπως οι σκηνές εναλλάσσονται γρήγορα, η μάνα γίνεται κόρη, η κόρη μάνα, αυτός είναι ο αδελφός, που ήταν πριν από λίγο γιος, αλλά ο πατέρας, πάλι, ποιος είναι;… Είδα αρκετούς από τους θεατές στο τέλος της παράστασης απορημένους…
Κι έπειτα το κατεξοχήν δραματικό εύρημα, το κέντρο της δραματικότητας στους «Ξένους» δεν βρίσκεται εντός της κύριας υπόθεσης, αλλά εκτός αυτής. Τι είναι αυτό που μετακινεί το χαλί της αστικής σιωπής και μετατρέπει τέλος πάντων μια «τυπική οικογενειακή υπόθεση» σε μια άξια να ιδωθεί συγκίνηση; Οτι η «μητέρα» -στη μια ιστορία- και η «κόρη» -στην άλλη-, δύο μέλη της ίδιας οικογένειας, συμβαίνει να πεθαίνουν από καρκίνο.
Η σύμπτωση αυτή, η τρομερή αυτή κακοτυχία, μπορεί να συγκινεί το ευρύ κοινό και ίσως σε συμβολικό επίπεδο να λέει κάτι, αόριστα, για μια Ευρώπη που καρκινοβατεί, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς λογοτεχνικά πρόκειται για δεύτερης διαλογής τεχνητό εύρημα, -ειδικά έτσι όπως τίθεται μετ’ επιτάσεως- και αυτόματα μεταθέτει το έργο στο επίπεδο του οικογενειακού μελοδράματος.
Ας είναι κι έτσι. Ομως ποιο είναι τέλος πάντων το προκείμενο στους «Ξένους»; Τι θέλει να πει ο Μπελμπέλ; Οτι η καταλανική οικογένεια (φημισμένη διεθνώς για τις παρηκμασμένες σχέσεις της) στηρίζεται στο ψεύδος και σε μυστικά, ενώ οι ξένοι μετανάστες, ας πούμε οι Ρώσοι ή οι Σύροι, είναι φορείς γνήσιων και ειλικρινών επαφών;
Τα ερωτήματα δεν βρίσκουν απάντηση και στην τελική μάλιστα σκηνή, κοντά στο φινάλε, καθώς βλέπουμε την καρκινοπαθή μάνα να πεθαίνει επί σκηνής, νιώθουμε πως καλύτερα να μην πολυασχολούμαστε μαζί τους.
Ισως φταίει και το κλίμα της όλης παράστασης. Το έργο βυθίζεται μέσα σε μια μεσογειακή εντοπιότητα, θυμίζει Ντε Φιλίπο, και το ταμπεραμέντο των προσώπων δύσκολα πείθει πως όλοι αυτοί θα έστεκαν «σιωπηλοί» αστοί τόσα χρόνια. Αντίθετα, ειδικά η μάνα, όπως ερμηνεύεται (ορθά) από τη Λυδία Κονιόρδου, μοιάζει εκρηκτική προσωπικότητα, δεσποτική, όπως θέλουμε την Ισπανίδα μάνα, αυστηρή και ταυτόχρονα με μια ελευθεριότητα που μόνο η γνήσια Μεσογειακή μάνα έχει το δικαίωμα να επιδεικνύει απέναντι στην οικογένεια και την κοινωνία όλη.
Δεν πά’ να λέει ο Μπελμπέλ: στα μάτια μας, στη δική μας ιθαγένεια (και νομίζω και στη δική του, την αυθεντική) η οικογένεια πάσχει από πολλά άλλα, αλλά όχι ακριβώς από τις βόρειες νόσους που ο συγγραφέας θέλει να της προσάψει. Γι’ αυτό δημιουργείται η εντύπωση πως έργο και συγγραφέας κατά βάθος επιτηδεύονται, ότι φορούν σκανδιναβικό κοστούμι κάτω από καταλανικό ήλιο.
Μια τελευταία παρατήρηση, που ακούγεται και σαν παράπονο. Το έργο όπως βλέπω γράφτηκε το 2003 (υπάρχει και η ταινία, το 2008) σε άλλη χώρα και άλλη εποχή. Πως είναι σχεδόν μπαγιάτικο είναι φανερό: τα θέματα των οικονομικών μεταναστών είναι πια αρκετά «παλιά» για να μας ευαισθητοποιήσουν στην πράξη.
Το θέμα όμως δεν βρίσκεται μόνο εκεί. Εχω την εντύπωση όμως πως πάνω στο θέμα έχουν γραφτεί και αρκετά αξιόλογα ελληνικά έργα της ίδιας πάνω-κάτω εποχής. Σύμφωνοι, δεν διακρίνω ανάμεσά τους κανένα «αριστούργημα», δεν βλέπω όμως κιόλας να υστερούν σε σχέση με τους «Ξένους» του Μπελμπέλ. Δεν φτάνει που εισάγουμε λεμόνια εξ Ισπανίας, πρέπει τώρα να εισάγουμε και μεσογειακές μανάδες που αναστατώνονται όταν έλθουν σε επαφή με μετανάστες;
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως με τους «Ξένους», που πιθανόν σε άλλη σκηνή να έστεκαν μια χαρά, το Νέο Ρεξ κάνει βουτιά. Κάποιος πρέπει να προσέχει ώστε να υπάρχει συνέχεια στο ύφος μιας σκηνής. Μετά την «Γκαίμπελς» της Μπρούσκου και το «Δαμάζοντας τα κύματα» της Πατεράκη, δεν γίνεται οι «Ξένοι» να κρατούν το ρεπερτόριο του ίδιου θεάτρου.
Ωραία η μετάφραση, όπως πάντα, της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, η σκηνοθεσία όμως του Νίκου Μαστοράκη δεν με έπεισε καθόλου. Επίπεδη, εξωτερική και με αρκετά λάθη: ξένες προφορές λησμονιούνται έπειτα από λίγο, το πέρασμα από ρόλο σε ρόλο γίνεται χωρίς μελέτη.
Η Λυδία Κονιόρδου παίζει αληθινά «κόντρα», όχι στο ύφος, αλλά στο επίπεδο που μας έχει συνηθίσει. Το έχω πει και άλλοτε: έχει μια σπάνια -σε παγκόσμιο επίπεδο- ικανότητα να κάνει τα πράγματα να δείχνουν μεγάλα.
Οταν δεν είναι, η ίδια αυτή ικανότητα μπορεί να οδηγεί ακόμα και στην παρωδία. Η σκηνή του θανάτου της στο κρεβάτι είναι, λυπάμαι, κωμική, ακριβώς γιατί παίζεται έτσι κι από μια τέτοια ηθοποιό.
Ισως η Δανάη Σκιάδη είναι η πιο μετρημένη, πιο ενταγμένη στους ρόλους της. Χαίρομαι που τη βλέπω να παίζει σεμνά και ουσιαστικά, με τον χρόνο και τη διάψευση να διαγράφονται στο διπλό πρόσωπό της. Το ίδιο εντυπωσιακός στο γύρισμα των ρόλων του είναι και ο Δημήτρης Πασσάς. Ο Θέμης Πάνου, όπως πάντα, μοιάζει σπουδαίος όταν αποκαλύπτει τον βυθό κάτω από την επιφάνεια ενός ήρεμου ανθρωπάκου: δεν βρίσκει όμως ούτε αυτός τη συνάφεια με το «νεανικό πρόσωπό» του.
Δεν έχω δει προσωπικά ποτέ τον Κρις Ραντάνοφ να υπολείπεται κάπου: κι εδώ μια σημαντική δύναμη του θεάτρου μας. Οι Παντελής Παπαδόπουλος και Νίκος Χανακούλας παίζουν δύο τυπικούς ρόλους, χωρίς ερείσματα. Με προβλήματα, φοβάμαι, η ερμηνεία της Μαρσέλας Λένα, – έτσι κι αλλιώς ο ρόλος της μοιάζει «κουρασμένος» στο θέατρό μας.
Στους υπόλοιπους συντελεστές διέκρινα την καταπληκτική δουλειά του Σάκη Μπιρμπίλη στους φωτισμούς. Η σκηνογραφία της Εύας Νάθενα βρίσκεται δυστυχώς στον αέρα: δημιουργεί ασάφεια κι αυτό όχι μόνο εξαιτίας της.
