Βιβλία στο προσκέφαλο Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Σελίδες της Τετάρτης
Μετεωριζόμενος γοητευτικά ανάμεσα στο στοχασμό και τη λογοτεχνία, τη μέθοδο και την απόλαυση, συχνά διασταυρώνοντας κώδικες και διαθέσεις τους ακόμη και στη νηφάλια αθρογραφία του, ο Νικόλαος Σεβαστάκης (καθηγητής στο τμήμα πολιτικών επιστημών του ΑΠΘ, δοκιμιογράφος αλλά και συγγραφέας) φυλλομετρά εποχές, βιβλία και οικειότητες μ’ ένα αίσθημα αδειάσματος, ξεκαθαρίσματος, ανανέωσης της βιβλιοθήκης του, αυτής της επίμονης, ζηλότυπης, ονειρικής, αναπάντεχης αναγνωστικής μνήμης.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
❖ ❖ ❖ ❖ ❖
Βιβλιόφιλο το σπίτι, με τη σκόνη του χαρτιού και τις μυρουδιές από τα «αρχαία» δερματόδετα εξώφυλλα να έχουν καταλάβει τα περισσότερα δωμάτια. Δεκαετία του ’70, τότε που είχαμε ελεύθερο χρόνο, τον οποίον φυσικά δεν τον ονομάζαμε έτσι. Είχα την εξής συνήθεια: επιστρέφοντας από το Γυμνάσιο, έτρωγα μες στη βιασύνη και αμέσως «ταχτοποιούσα» τα μαθήματα της επομένης.
Ως τις πέντε έπρεπε να είχα ξεμπερδέψει με τα τυπικά καθήκοντα για να μη χάσω τη βόλτα. Γύριζα σπίτι όταν είχε σκοτεινιάσει και τότε πια ήταν η ώρα για το αληθινό διάβασμα. Διάλεγα από τη βιβλιοθήκη των γονιών μου ό,τι έπεφτε στην προσοχή μου, περνώντας εξαρτήσεις και σύνδρομα προσκόλλησης αλλά πολύ συχνά ξαναρχίζοντας κάποιο αγαπημένο.
Στην αρχή ήταν κάποια από τα βαριά χαρτιά της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, όπου θυμάμαι τις «Περιπέτειες του Τομ Σόγερ» του Μαρκ Τουέιν, τον «Γύρο του κόσμου σε ογδόντα ημέρες» του Βερν και τον «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» του Ντίκενς.
Συνήθως από τις εκδόσεις Ατλαντίς, Γκοβόστη και Ιωάννη Σιδέρη των δεκαετιών του ’50 και του ’60, όπου εκτός από το κείμενο πρόσεχα και πάντα μύριζα τα σχέδια της εικονογράφησης λες κι αυτές οι σελίδες έφεραν διαφορετικό άρωμα από το υπόλοιπο σώμα του βιβλίου.

Στα γυμνασιακά χρόνια και αφού πέρασα μια σύντομη φάση Καζαντζάκη (με τον «Καπετάν Μιχάλη» ιδίως) εντυπωσιάστηκα με τον Κρόνιν και το περίφημο «Κάστρο» που σε μετέφερε στα ανθρακωρυχεία της Ουαλίας και στον προσωπικό αγώνα του ήρωα Αντριου Μάνσον σε συνθήκες δύσκολες και συγκινητικές. Γρήγορα όμως άφησα τον Σκοτσέζο γιατρό Αρτσιμπαλντ Κρόνιν για τον Ρώσο συνάδελφό του Αντον Τσέχοφ και τον «Θάλαμο νούμερο 6».
Είχαμε, θυμάμαι, τρεις διαφορετικές εκδόσεις του, έναν μαύρο και δύο ανοιχτόχρωμους τόμους. Μπήκα τότε στη ρωσική λογοτεχνία και στις μεταφράσεις του Αρη Αλεξάνδρου. Προς το τέλος του Λυκείου «Oι Δαιμονισμένοι» του Ντοστο- γιέφσκι και το «Ενας ήρωας του καιρού μας» του Λέρμοντοφ με οδήγησαν στα ενδότερα του διπλού προβληματισμού: στο υπαρξιακό αφήγημα, που έφερε όμως μαζί μια ευρύτερη κοινωνική και ανθρωπολογική απορία.
Τα φοιτητικά χρόνια στην Πάντειο και η Αθήνα ήταν εποχή ανοίγματος προς όλες τις κατευθύνσεις. Προσπάθειες με τους μαρξισμούς και την κοινωνιολογία, Λούκατς, Πουλαντζάς και πλήθος άλλων κειμένων του ίδιου πάνω-κάτω πεδίου. Τότε όμως διάβασα και περισσότερη ποίηση και θυμάμαι έντονα τα «Χρωμοτραύματα» του Σαχτούρη, «το Ρόπτρο» του Ρίτσου καθώς και μια συγκεντρωτική έκδοση του Αλέξανδρου Μπάρα απ’ όπου μετέγραφα στίχους σ’ ένα «μπακαλίστικο» τετράδιο.
Το τέλος της δεκαετίας του ’80 είχε επίσης πολλά πηγαινέλα μεταξύ στοχαστικών διαβασμάτων και λογοτεχνίας, διαίρεση που κράτησε έως πρόσφατα. Κάποια αισθηματικά μπερδέματα είχαν βρει αποκούμπι στους «Δύσκολους έρωτες» του Καλβίνο και στον Κούντερα ενώ ξαναέπεφτα τακτικά στον δέκατο ένατο αιώνα με Φλομπέρ και Νερβάλ από τη μια και τη μαγική «Τες» του Τόμας Χάρντι απ’ την άλλη πλευρά της Μάγχης.
Θητεία αργοπορημένη στα 31, παππούς για τα δεδομένα των εικοσάχρονων της σειράς μου αλλά μεγάλος ακόμα και για τους εξ αναβολής φαντάρους που ήταν γύρω στα 26. Αυτοί πρέπει να είναι οι δεκαπέντε μήνες με τα λιγότερα βιβλία της ζωής μου αφού ήταν χρόνος σχεδόν απόλυτα σωματικός, στενοκέφαλη «αυτοσυντήρηση» και η γνωστή υπνοθεραπεία για να ξεχνάς πού βρίσκεσαι.
Εχει μια ειρωνεία λοιπόν που λίγους μόνο μήνες μετά την απόλυση, πέρασα ένα εξάμηνο αποκλειστικά με το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Εκείνη την περίοδο έμενα τη μισή μέρα σε ένα διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη και, όπως συμβαίνει σε λίγες, ευλογημένες περιστάσεις, ένιωσα πως είχα μπει σε έναν άλλον κόσμο που δεν ήθελα να τελειώσει.
Αλλά το άγχος των επαγγελματικών και η ιδέα της διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο άλλαξαν πάλι τη σύσταση και τις ισορροπίες των διαβασμάτων. Πολλά λοιπόν γαλλικά και αμερικάνικα βιβλία κοινωνικής θεωρίας, πολιτική φιλοσοφία και Ιστορία, αφού είχα πάντα την αίσθηση πως δεν μπορείς να διαβάσεις τις ιδέες χωρίς ικανοποιητική γνώση του πλαισίου, των πολιτισμικών ρευμάτων και της όλης κοινωνικής συνθήκης.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, πάντως, το μυθιστόρημα πήρε αποφασιστικά κεφάλι χωρίς να λείψουν και τα άλλα. Πολύ διαφορετικές εμπειρίες όπως η «Ορθοκωστά» του Βαλτινού, το «Βιβλίο του Ντάνιελ» του Nτοκτόροου ή η «Κρύπτη των Καπουτσίνων» του Γιόζεφ Ροτ συνυπήρξαν αρμονικά σε μια περίοδο που είχε πολλή αστάθεια και αναστατώσεις. Πώς να μην επηρεάσουν την προσωπική βιβλιοθήκη η απώλεια των γονιών, η γέννηση της κόρης μου, τα πολιτικά παθήματα και οι τόσες βάναυσες αλλαγές στο πρόσωπο της χώρας;
Κρατάω, τέλος, τη «Χώρα όπως είναι» του Ρίτσαρντ Φορντ, τον «Κόσμο του Μπάρνεϊ» του Μορντεκάι Ρίχλερ και τον Μπέλοου. Ξανά και ξανά αυτόν τον τελευταίο μέχρι προ μηνών, τον «Ογκι Μαρτς». Να βαθαίνεις σε έναν χαρακτήρα, στις αδεξιότητες, στις πλάνες και στους παραλογισμούς μιας ζωής, αποφεύγοντας όμως την πρόζα της μισανθρωπίας. Με αυτή τη διάθεση προσθέτω και κυρίως αφαιρώ από την τωρινή βιβλιοθήκη. Γιατί είναι βέβαιο πως η αφαίρεση έχει αποκτήσει με τα χρόνια πολύ μεγαλύτερη σημασία από παλιότερα.
Τελευταίο βιβλίο του Ν. Σεβαστάκη είναι η συλλογή διηγημάτων «Ανδρας που πέφτει» (Πόλις, 2015).
