Πριν από μερικούς μήνες ένα γκράφιτι πάνω στους τοίχους του Πολυτεχνείου έφερε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, συχνά με τρόπο πρόχειρο και απλουστευτικό, τις έννοιες της τέχνης, του βανδαλισμού, του σεβασμού του δημόσιου χώρου και των ιστορικών του αναφορών.
Επιχειρήματα ανταλλάχθηκαν, χαρακτηρισμοί αποδόθηκαν και, παρά τις μεμονωμένα νηφάλιες φωνές, η συνολική εικόνα που σχηματίστηκε ήταν αυτή της σύγχυσης: ένα είδος συλλογικής σύγχυσης, που πηγάζει από τόσο βαθιές ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αιτίες, ώστε ίσως δεν είναι καν εφικτό ή δίκαιο να καταλογιστεί σε κανέναν ατομικά.

Αυτή τη μορφή της σύγχυσης τοποθετεί ο ποιητής Δημήτρης Ελευθεράκης στο κέντρο της πρώτης του πεζογραφικής απόπειρας, μιας ολιγοσέλιδης νουβέλας υπό τον τίτλο «Η δύσκολη τέχνη».
Ως μεγάφωνο και προσωποποίηση αυτής της θολότητας, ο συγγραφέας επιλέγει τον «δάσκαλο», μια σχεδόν υπερβατική φιγούρα, ο χειμαρρώδης και παραληρηματικός μονόλογος του οποίου καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου.
Είναι λιγότερο μέσα από τα αποσπασματικά βιογραφικά του ίχνη που δίνονται μέσα στο κείμενο (και κυρίως στο δεύτερο, επιλογικό κομμάτι της νουβέλας) και περισσότερο μέσα από την εκφραστική του μονολόγου του, που κατανοούμε και γνωρίζουμε τον «δάσκαλο» ως χαρακτήρα –αν μπορούμε βεβαίως να κάνουμε λόγο για λογοτεχνικό χαρακτήρα με την κλασική έννοια του όρου.
Ο Ελευθεράκης, σε ένα εγχείρημα που φανερώνει βαθιά τριβή με πεζογραφικές τεχνικές και μαρτυρεί τη διαισθητική σχέση του με τη γλώσσα, δομεί μια περίτεχνη και πειστική αφηγηματική φωνή, χρησιμοποιώντας τα μοτίβα και τις επαναλήψεις σαν ένα είδος παράλληλης στίξης του κειμένου, μιας στίξης που δίνει στο κείμενο τον εσωτερικό του ρυθμό και ταυτόχρονα αποτυπώνει τη σύγχυση και την αγωνία του «δασκάλου» –τα δύο συναισθήματα που είναι τόσο έντονα στον μονόλογο, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι ο «δάσκαλος» αποτελεί περισσότερο προϊόν τους παρά φορέα τους.
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο του μονολόγου, τις απόψεις του «δασκάλου», ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον αναγνώστη μόνο νύξεις. Γιατί αυτό που φαίνεται να προέχει είναι περισσότερο η αποτύπωση της ροής του θυμικού του «δασκάλου», παρά η διατύπωση κάποιων σαφών και ψυχρά τεκμηριωμένων απόψεων για τα υπό πραγμάτευση θέματα.
Ο Ελευθεράκης δεν δείχνει διατεθειμένος να πάρει θέση στον δημόσιο διάλογο για το ζήτημα του γκράφιτι (που έτσι κι αλλιώς φέρει εντελώς επικαιρικό χαρακτήρα) ή για τις προεκτάσεις του, γράφοντας, για παράδειγμα, ένα δοκίμιο –αντίθετα, πρόθεσή του είναι να ενσωματώσει αυτόν τον διάλογο (με τις υπερβολές του, τις αντιφάσεις του και τη σύγχυση που αναπαράγει) μέσα στην προσωπικότητα και τη φωνή του μυθοπλαστικού χαρακτήρα που χτίζει.
Μέσα από τις διαρκείς αναφορές στην προβληματική –φοβική, υποκριτική ή βαθιά συντηρητική– σχέση της χώρας του ή της γενιάς του με την τέχνη, ο συγγραφέας μοιάζει να υπονοεί ότι, στο συγκεκριμένο νοσηρό πλαίσιο, η διατύπωση μιας συγκροτημένης άποψης είναι όχι απλώς «δύσκολη» αλλά ίσως αδύνατη -είναι αδύνατον να είναι απαλλαγμένη από τις εγγενείς παθογένειες της κοινωνίας μέσα στην οποία εξελίσσεται ο διάλογος.
