Για ακόμα μία φορά, ο Φώτης Κουβέλης έγινε την περασμένη βδομάδα στόχος σκληρών προσωπικών επιθέσεων από μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα, αλλά και ορισμένους παλιούς συνεργάτες του, οι οποίοι έχουν διαχωρίσει από καιρό τον δρόμο τους.
Αφορμή αυτή τη φορά ήταν η επέτειος ενός χρόνου, από τη στιγμή που η συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ απέτυχε να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας και οδηγηθήκαμε στις εκλογές.
Μπορεί ο κ. Κουβέλης να μη βρίσκεται σήμερα στην πρώτη γραμμή της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά αυτό το γεγονός δεν εμπόδισε τους πολέμιούς του να χρησιμοποιήσουν βαριές εκφράσεις εναντίον του και να του αποδώσουν εξ ολοκλήρου την ευθύνη για όποια δυσκολία αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η χώρα τον τελευταίο χρόνο.
Η σκοπιμότητα αυτής της επίθεσης δεν είναι δύσκολο να διαγνωστεί. Εκείνοι που την συντονίζουν, ακολουθούν την ανάλυση του κ. Βενιζέλου, σύμφωνα με την οποία ο τότε πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ υπήρξε ο «μοιραίος» άνθρωπος, επειδή στάθηκε εμπόδιο στην ομαλή εξέλιξη του υποτιθέμενου «success story» της κυβέρνησης Σαμαρά.
Στην πραγματικότητα εκείνο που δεν του συγχωρούν είναι ότι τους στέρησε πρόωρα την εξουσία και επέλεξε να επιτρέψει τη δημοκρατική εναλλαγή προς μια νέα κυβέρνηση, βασισμένη στις δυνάμεις της Αριστεράς.
Κρίσιμο σημείο στην απόφαση αυτών των εκδοτικών συγκροτημάτων και ορισμένων κέντρων οικονομικής και πολιτικής εξουσίας να στραφούν προσωπικά εναντίον του κ. Κουβέλη ήταν η στιγμή που αποφάσισε η ΔΗΜΑΡ να αποχωρήσει από την τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά το καλοκαίρι του 2013, μετά το βάρβαρο κλείσιμο της ΕΡΤ.
Ασκήθηκαν τότε σοβαρές πιέσεις να υπαναχωρήσει ο κ. Κουβέλης από τους έως τότε κυβερνητικούς εταίρους του, οι οποίοι -καθώς φαίνεται- τον θεωρούσαν δεδομένο και αιφνιδιάστηκαν από τη σταθερή αντίθεσή του στο πραξικοπηματικό «μαύρο» που επιβλήθηκε στη δημόσια ραδιοτηλεόραση.
Βέβαια ακόμα τότε οι παράγοντες της συγκυβέρνησης μετρούσαν κέρδη και ζημίες από αυτή την αποχώρηση, με τον Ευάγγελο Βενιζέλο να ικανοποιείται που πλέον μπορούσε να αναδειχτεί σε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης. Ακόμα και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος υποστήριζε ότι η εξέλιξη ήταν ενδεχομένως θετική, επειδή πλέον οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν πιο εύκολα.
Ομως η εσωκομματική αντιπολίτευση στη ΔΗΜΑΡ (Σπ. Λυκούδης, Ανδ. Παπαδόπουλος, Γρ. Ψαριανός) συγκροτήθηκε πλέον στη βάση της αντίθεσης προς την αποχώρηση από την κυβέρνηση. Και από τότε τα συγκροτήματα του Πήγασου, του ΔΟΛ και του ΣΚΑΪ επικέντρωσαν την επίθεσή τους στην ενότητα της ΔΗΜΑΡ, με όχημα τον εξευτελισμό του προέδρου της.
Ο στόχος ήταν διπλός. Αφενός μεν να αποδυναμωθεί έως και να διαλυθεί ο εν δυνάμει σύμμαχος του ανερχόμενου ΣΥΡΙΖΑ και αφετέρου να υποχρεωθεί το αποδυναμωμένο κόμμα της Αριστεράς να αποδεχτεί κοινή εκλογική κάθοδο με το ΠΑΣΟΚ.
Ο δεύτερος σταθμός σ’ αυτή την εκστρατεία ήταν οι ευρωεκλογές του 2014. Επιχειρήθηκε τότε μέσω της πρωτοβουλίας των «58» να συγκροτηθεί κοινό ψηφοδέλτιο του χώρου της Κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ), κάτι φυσικά πολιτικά παράδοξο και πρακτικά αδύνατον, εφόσον το ένα κόμμα ανήκε στη συγκυβέρνηση και το άλλο στην αντιπολίτευση.
Αλλά και όταν απέτυχε η προσπάθεια αυτή και οι «58» διαλύθηκαν, στόχος έγινε πάλι ο ίδιος ο κ. Κουβέλης. Μετά τις ευρωεκλογές, στις οποίες το πληγωμένο κόμμα έλαβε μόλις 1,2%, τέθηκε θέμα αρχηγίας, ενώ ορισμένα συγκροτήματα προωθούσαν συγκεκριμένα στελέχη ως υποψήφιους αντικαταστάτες του προέδρου.
Προκειμένου να απομακρυνθεί ο κ. Κουβέλης από το κόμμα του και να ανοίξει ο δρόμος στους σχεδιασμούς αυτούς εφευρέθηκε στο τέλος του καλοκαιριού του 2014 και η πρόταση να είναι αυτός υποψήφιος για την Προεδρία της Δημοκρατίας, με τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. Το σενάριο ήρθε στη δημοσιότητα με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα στην «Καθημερινή» (24.8.2014).
Την πρόταση αυτή υποστήριζαν όσοι κατά τα άλλα τον θεωρούσαν ακατάλληλο για πρόεδρο του δικού τους κόμματος. Χαρακτηριστικό το άρθρο του Ανδρ. Παπαδόπουλου, με το οποίο ο μέχρι πρότινος εκπρόσωπος της ΔΗΜΑΡ επιχειρηματολογούσε για την υποψηφιότητα αυτή: «Ο Φώτης Κουβέλης είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να συγκεντρώσει τον αριθμό των 180 βουλευτών.
Εχει κρυστάλλινη διαδρομή, ήθος, αποδοχή, αλλά και το αναγκαίο πολιτικό ανάστημα για τη θέση αυτή» (εφημ. «Τα Νέα», 28/8/2014). Μόνο που ο ίδιος ο αρθρογράφος είχε αποχωρήσει από τη ΔΗΜΑΡ λίγες βδομάδες νωρίτερα, με σκληρά λόγια για την ηγεσία του κόμματος!
Ο τρίτος σταθμός σ’ αυτή την πολύμηνη προσωπική επίθεση εναντίον του Φώτη Κουβέλη σημειώθηκε πριν απο ένα χρόνο, όταν διαπιστώθηκε ότι -παρά τις πιέσεις- δεν επρόκειτο να ενδώσει στην υπερψήφιση του κ. Δήμα, τον οποίο πρότειναν ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ.
Οι επιθέσεις έφεραν αυτή τη φορά αποτέλεσμα. Η ΔΗΜΑΡ εξαφανίστηκε πολιτικά στις εκλογές του Ιανουαρίου και ο πρόεδρός της ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη της συντριβής.
Ομως ο Φώτης Κουβέλης διέψευσε όσους θεωρούσαν ότι η στάση του θα του απέφερε κάποιο κυβερνητικό αντίτιμο.
Το αντίθετο συνέβη με ορισμένα από τα πιο προβεβλημένα στελέχη του κόμματός του, τα οποία είχαν προλάβει να καταλάβουν θέσεις στο Ποτάμι, στο ΠΑΣΟΚ, ακόμα και στη Ν.Δ. Ισως αυτή την επιμονή του σε μια θέση αρχής, καθώς και την άρνησή του να διασωθεί πολιτικά ο ίδιος σε βάρος του κόμματός του, εξακολουθεί να πληρώνει ο κ. Κουβέλης.
ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΥΒΕΛΗ ΣΤΗΝ «ΕΦ.ΣΥΝ.»
Το επιστέγασμα της εκστρατείας σπίλωσης
Η ενορχηστρωμένη επίθεση που εκδηλώθηκε επ’ αφορμή της συμπλήρωσης ενός χρόνου από την απόφασή μας να μη συνεργήσουμε στην παράταση του βίου της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου είναι το επιστέγασμα της εκστρατείας σπίλωσης που κατέστρωσε και εκτέλεσε ένα συγκεκριμένο σύστημα συμφερόντων.
Η εκστρατεία αυτή, που χρονολογείται τουλάχιστον από τα τέλη του καλοκαιριού του 2014, υπήρξε το τίμημα που ορισμένοι θεώρησαν ότι οφείλαμε να καταβάλουμε για τη συλλογική απόφασή μας να προτάξουμε την ανάγκη της προοδευτικής διακυβέρνησης του τόπου κι όχι τις προσωπικές μας προοπτικές.
Υπό αυτή την έννοια, η οργανωμένη προσπάθεια που εκδηλώθηκε τότε να εξαερωθεί η Δημοκρατική Αριστερά, να διαπομπευθούν πολιτικά τα στελέχη της και να στιγματιστεί ο πρόεδρος της, δεν αφορά μόνο εμάς. Αφορά όλους όσοι δεν δέχονται και δεν θα δεχτούν στο μέλλον να υιοθετήσουν το δρομολόγιο που άλλοι χαράζουν γι’ αυτούς και να υποταχθούν σε αποφάσεις προειλημμένες.
Οι βρυχηθμοί των ημερών δεν είναι τίποτα περισσότερο από υπενθύμιση αυτής της προσβλητικής για τη δημοκρατία μας πραγματικότητας.
