Φιλίπ Λεγκρέν*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι λάθος να αρνούμαστε σε απελπισμένους ανθρώπους να καταφεύγουν στην Ευρώπη (και στις ΗΠΑ) επειδή ένας μεμονωμένος τρομοκράτης του «Ισλαμικού κράτους» ενδέχεται να έχει παρεισφρήσει ανάμεσά τους. Περισσότεροι από 700.000 άνθρωποι έχουν μπει στην Ε.Ε. χωρίς άδεια φέτος. Ναι, κάποιος τρομοκράτης μπορεί να βρίσκεται ανάμεσά τους, αλλά το «Ισλαμικό κράτος» μπορεί επίσης να επιθυμεί να καταλήξουν οι ευρωπαϊκές αρχές σ’ αυτό το συμπέρασμα.

«Η Γαλλία πρέπει να ανακτήσει τον έλεγχο των συνόρων της για τα καλά» έγραψε στο τουίτερ η Μαρίν Λεπέν, η ηγέτιδα του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου, η οποία προηγούνταν στις δημοσκοπήσεις ακόμη και πριν από τις βάρβαρες επιθέσεις στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου.

«Οι μέρες της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και της παράνομης εισόδου δεν μπορεί να συνεχιστούν μ΄ αυτόν τον τρόπο. Το Παρίσι τα άλλαξε όλα» τόνισε ο Μάρκους Σέντερ, ο συντηρητικός υπουργός Οικονομικών της Βαυαρίας, του κρατιδίου στο οποίο έχουν φτάσει οι περισσότεροι από τους αιτούντες άσυλο στη Γερμανία φέτος.

«Η Πολωνία πρέπει να διατηρήσει πλήρη έλεγχο στα σύνορά της, στο άσυλο και στη μεταναστευτική πολιτική» έγραψε ο Κόνραντ Ζιμάνσκι, ο νέος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στην καινούργια εθνικιστική κυβέρνηση, δηλώνοντας ότι η χώρα του δεν μπορεί να δεχτεί πλέον πρόσφυγες προς επανεγκατάσταση, σύμφωνα με το πρόσφατα συμφωνηθέν σχέδιο της Ε.Ε.

Από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε ότι ένα συριακό διαβατήριο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την είσοδο στην Ελλάδα τον Οκτώβριο, βρέθηκε δίπλα σ΄ έναν νεκρό τρομοκράτη, η Λεπέν απαίτησε τον άμεσο τερματισμό της εισδοχής μεταναστών στη Γαλλία.

(Παρομοίως, στις ΗΠΑ, τη Δευτέρα, υψηλόβαθμοι Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι επέμειναν ότι η κυβέρνηση του προέδρου Ομπάμα πρέπει να αναστείλει το σχέδιο για εγκατάσταση 10.000 Σύρων προσφύγων του χρόνου, εξαιτίας των κινδύνων ασφαλείας).

Επειτα από μια τραγωδία, όπως αυτή της περασμένη Παρασκευής, η πίεση για να υποκύψουμε είναι κατανοητή.

Οι φοβερές επιθέσεις των τρομοκρατών του «Ισλαμικού κράτους» με στόχο απλούς ανθρώπους που διασκέδαζαν φωτίζει το εύθραυστο του να ζεις ανάμεσα σε ξένους.

Ετσι, είναι φυσιολογικό να θέλουμε να ανακτήσουμε τον έλεγχο και να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας. Και, όταν απειλείται η ασφάλεια των ανθρώπων, οι κυβερνήσεις ορισμένες φορές επιδιώκουν να ψαλιδίσουν την ελευθερία μας.

Ωστόσο, τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να είναι στοχευμένα, αναλογικά και αποτελεσματικά.

Το κλείσιμο των συνόρων και η επαναπροώθηση των προσφύγων δεν πρέπει να περιλαμβάνονται σ΄ αυτά.

Η ελευθερία να κινείσαι στις 26 χώρες της ζώνης του Σένγκεν χωρίς την επίδειξη διαβατηρίου είναι ένα από τα πλέον ορατά και αξιομνημόνευτα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Δεν πρέπει να το εγκαταλείψουμε ελαφρά τη καρδία.

Επιπλέον, ακόμη και πριν από τις επιθέσεις στο Παρίσι, δυστυχώς πολλές χώρες είχαν ακολουθήσει τη Γερμανία στο να επιβάλουν εκ νέου συνοριακούς ελέγχους προκειμένου να περιορίσουν τις αφίξεις προσφύγων, ένα φαινομενικά προσωρινό μέτρο.

Τώρα ο κίνδυνος είναι να επιβληθούν μονιμότεροι έλεγχοι. Αυτό θα αποτελούσε σοβαρό λάθος.

Σίγουρα, οι συνοριακοί έλεγχοι -και στην πραγματικότητα και τα σημεία ελέγχου εντός των χωρών- μπορεί να είναι αναγκαίοι σε ιδιαίτερες συνθήκες, τέτοιες όπως το ανθρωποκυνηγητό που ακολούθησε τις επιθέσεις στο Παρίσι.

Οταν ένας δολοφόνος βρίσκεται ελεύθερος, οι Αρχές έχουν δίκιο να λαμβάνουν έκτακτα μέτρα για να τον συλλάβουν.

Ακόμη και ο βασικός ύποπτος, ο Σαλάχ Αμπντεσλάμ, μέχρι και το Σάββατο το πρωί διέφευγε τη σύλληψη στο Βέλγιο όταν ο συναγερμός βρισκόταν στο κόκκινο.

Γιατί; Διότι η Αστυνομία, που διενεργούσε τους ελέγχους, αγνοούσε ότι ήδη είχε χαρακτηριστεί ύποπτος.

Ετσι, παρότι η ταυτότητά του ελέγχθηκε, ο ίδιος αφέθηκε να περάσει. Ξεκάθαρα, οι συνοριακοί έλεγχοι δεν αποτελούν ένα υποκατάστατο για την καλή ανταλλαγή πληροφοριών.

Ας είμαστε ξεκάθαροι: οι συνοριακοί έλεγχοι δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις επιθέσεις στο Παρίσι. Πολλοί από τους τρομοκράτες ζούσαν στη Γαλλία.

Οσοι ζούσαν στο Βέλγιο θα μπορούσαν να διασχίσουν τα σύνορα με τη Γαλλία απρόσκοπτα, εκτός και εάν η Αστυνομία γνώριζε τις προθέσεις τους.

Και εάν η Αστυνομία ήξερε για τις σχεδιαζόμενες επιθέσεις, θα μπορούσε να πάρει άλλα προληπτικά μέτρα, όπως τον εντοπισμό των επίδοξων τρομοκρατών, τη σύλληψή τους και την ενίσχυση της ασφάλειας στο Παρίσι.

Το να θυσιάσουμε την ελευθερία με τη διάλυση της ζώνης Σένγκεν, χωρίς να εξασφαλίζουμε περαιτέρω ασφάλεια, θα ήταν βλακώδες.

Η πρόσφατη εμπειρία της Βρετανίας με την τρομοκρατία μάς παρέχει ένα χρήσιμο μάθημα. Ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι μέλος της ζώνης Σένγκεν, είναι από καιρό μέρος μιας «κοινής ταξιδιωτικής περιοχής» μαζί με την Ιρλανδία.

Και για δεκαετίες, ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός (IRA) έβαζε βόμβες και σκότωνε ανθρώπους στη Βρετανία, επιδιώκοντας μια ενωμένη Ιρλανδία.

Ο IRA παρ΄ ολίγον να σκοτώσει και την πρωθυπουργό Μάργκαρετ Θάτσερ το 1984.

Για το βρετανικό κράτος το να σταματήσει τον IRA αποτελούσε ύψιστη προτεραιότητα. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της περιόδου της τρομοκρατίας του IRA, οι Ιρλανδοί μπορούσαν να έρχονται στη Βρετανία χωρίς να επιδεικνύουν τα διαβατήριά τους.

Αντίθετα, οι βρετανικές δυνάμεις ασφαλείας στηρίχτηκαν σε στοχευμένα και αποτελεσματικά αντιτρομοκρατικά μέτρα, όπως οι παρακολουθήσεις και οι πληροφοριοδότες.

Επίσης, είναι λάθος να αρνούμαστε σε απελπισμένους ανθρώπους να καταφεύγουν στην Ευρώπη (και στις ΗΠΑ) επειδή ένας μεμονωμένος τρομοκράτης του «Ισλαμικού κράτους» ενδέχεται να έχει παρεισφρήσει ανάμεσά τους.

Περισσότεροι από 700.000 άνθρωποι έχουν μπει στην Ε.Ε χωρίς άδεια φέτος. Ναι, κάποιος τρομοκράτης μπορεί να βρίσκεται ανάμεσά τους, αλλά το «Ισλαμικό κράτος» μπορεί επίσης να επιθυμεί να καταλήξουν οι ευρωπαϊκές αρχές σ΄ αυτό το συμπέρασμα.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν αποτελεί λόγο να σταματήσουμε να υποδεχόμαστε πρόσφυγες, πολλοί εκ των οποίων, φυσικά, σπεύδουν να φύγουν για να γλιτώσουν από τη βία του «Ισλαμικού κράτους».

To γεγονός ότι κάποιοι ναζί κρύβονταν ανάμεσα στους πρόσφυγες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε αιτία για την προσπάθεια να ταυτοποιηθούν αυτά τα τέρατα και όχι για να διωχτούν μακριά τα αθώα θύματα.

Για να είμαστε σίγουροι, η Ε.Ε θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με πιο οργανωμένο τρόπο τη διαδικασία επεξεργασίας των προσφυγικών αιτημάτων.

Οπως επιχειρηματολόγησα προηγουμένως, θα είχε νόημα να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να ζητούν άσυλο στα προξενεία εκτός Ε.Ε.

Οι αιτήσεις τους θα μπορούσαν να εξεταστούν -και να σκαναριστούν- χωρίς να διακινδυνεύουν οι ίδιοι να πεθάνουν στην προσπάθεια να προσεγγίσουν την Ευρώπη.

Ομως, το να κλείσουμε την πόρτα στους πρόσφυγες θα πρόσφερε μια τεράστια νίκη στο «Ισλαμικό κράτος».

Το ότι οι πληθυσμοί των προσφύγων φεύγουν για να σωθούν από το υποτιθέμενο υπέροχο χαλιφάτο της Συρίας και του Ιράκ, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί διαφήμιση για την επιτυχία του «Ισλαμικού κράτους».

Η ηγετική στάση της Γερμανίας στην υποδοχή των Σύρων προσφύγων και η γενναιόδωρη στάση πολλών ανθρώπων στην Ευρώπη αποτελούν απόδειξη ότι οι Ευρωπαίοι δεν εμπλέκονται σε μια σύγκρουση πολιτισμών με το Ισλάμ.

Το ένστικτό τους τούς οδηγεί να προσφέρουν στους πρόσφυγες ό,τι χρειάζονται, ανεξαρτήτως της πίστης ή του υπόβαθρού τους.

Η σφαγή του Παρισιού δεν ήταν μόνο μια επίθεση στην πρωτεύουσα της Γαλλίας. Ηταν μια επίθεση στις φιλελεύθερες αξίες και στις ανοιχτές κοινωνίες, τις οποίες απεχθάνεται το «Ισλαμικό κράτος».

Η σωστή απάντηση είναι να υπερασπιστούμε αυτές τις φιλελεύθερες αξίες και τις ανοιχτές κοινωνίες και όχι να τις θάψουμε.

Στόχος του «Ισλαμικού κράτους» δεν είναι να δολοφονήσει, να ακρωτηριάσει και να σκορπίσει τον τρόμο.

Στόχος του είναι να πειθαρχήσει τους μουσουλμάνους στην επίτευξη του απώτερου σκοπού του και να στρέψει τους Ευρωπαίους τον έναν ενάντια στον άλλο.

Δεν πρέπει να επιτραπεί σε ανθρώπους όπως η Λεπέν, οι οποίοι ευδοκιμούν στο μίσος και στους διαχωρισμούς, να αποκομίσουν κέρδη από το μακελειό του «Ισλαμικού κράτους».

*Βρετανός οικονομολόγος, πρώην σύμβουλος του τέως προέδρου της Κομισιόν, Μανουέλ Μπαρόζο. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 17 Νοεμβρίου στο περιοδικό Foreign Policy και αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα.

Μετάφραση-επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου